Σωματεία Εργαζ. Ξενοδοχεία – Επισιτ. Επαγγ. Σάμου : 2 Νοέμβρη – Πανελλαδική Κοινή Μέρα Δράσης

Κάντε κλικ για περισσότερες φωτογραφίες

 Το σωματείο εργαζομένων στα ξενοδοχεία, τα τουριστικά γραφεία και τα επισιτιστικά επαγγέλματα Σάμου συμμετέχει στη μέρα κοινής δράσης με τα ταξικά συνδικάτα του κλάδου μας πανελλαδικά για την υπεράσπιση της δουλειάς, των μισθών και των δικαιωμάτων μας.

Πριν καλά καλά ολοκληρωθεί η πετσοκομμένη φετινή σεζόν, η κυβέρνηση της ΝΔ και τα κόμματα των επιχειρηματικών ομίλων, έχουν έτοιμα τα σχέδια για να νομιμοποιήσουν την «κλεψιά» που μας έκαναν τόσα χρόνια οι μεγαλοεπιχειρηματίες σε επισιτισμό και ξενοδοχεία. Στο όνομα λοιπόν της πανδημίας και της νέας καπιταλιστικής κρίσης, νομιμοποιούν το 7ήμερο, τα 12ωρα, τα απλήρωτα ρεπό και τις υπερωρίες, απολύσεις, εκ περιτροπής εργασία (μισή δουλειά – μισός μισθός), αναστολή συμβάσεων, την κατάργηση των συλλογικών μας συμβάσεων.

Μας υπολογίζουν σαν σκλάβους. Πιόνια στη σκακιέρα των κερδών τους, να μας χρησιμοποιούν όποτε και όπως θέλουν, με μισθούς πείνας των 500 ευρώ. Ακόμα και η προστασία της Υγείας μας είναι κόστος για αυτούς. Γι’ αυτό σε όλο το νησί υπολειτουργούν ειδικότητες στο νοσοκομείο, τα κέντρα υγείας, ενώ τα περιφερειακά και αγροτικά ιατρεία δεν έχουν μόνιμους ειδικευμένους γιατρούς. Αν νοιαζόντουσαν θα είχαμε επαρκείς δομές υγείας και προσωπικό. Θα είχαμε μέτρα προστασίας και ασφάλειας και δε θα τσακιζόμασταν οι μάγειρες, σερβιτόροι, καμαριέρες, λαντζέρηδες από την εντατικοποίηση και τις επαγγελματικές ασθένειες στους χώρους δουλειάς.

 ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ- ΚΑΜΙΑ ΑΝΑΜΟΝΗ

 Μάθαμε πια! Το τουριστικό θαύμα χτίστηκε στα τσακισμένα μας δικαιώματα ιδιαίτερα στα χρόνια της προηγούμενης οικονομικής κρίσης. Είμαστε σίγουροι ότι με το πέρας της πανδημίας δε θα σταματήσει η εντατικοποίηση, η δουλειά ήλιο με ήλιο, οι συμβάσεις της μίας μέρας, του μήνα ή των 10 ωρών την εβδομάδα; Όχι! Αυτό θα σταματήσει μόνο με το δικό μας αγώνα. Σε αυτούς δεν ιδρώνει το αυτί. Όπως και δεν ίδρωσε όταν στην αρχή της φετινής χρονιάς δεν ήθελαν να εντάξουν στο μηχανισμό στήριξης χιλιάδες συνάδελφους. Εμείς όμως το καταφέραμε (κυρίως για τον κλάδο των ξενοδοχείων) κάτω από την πίεση των μαζικών κινητοποιήσεων ανά την Ελλάδα (Κρήτη, Ρόδο, Κέρκυρα) αλλά και τη δράση του σωματείου μας στη Σάμο. Γι’ αυτό η κυβέρνηση στοχεύει να βάλει νέα εμπόδια στο δικαίωμα στην απεργία και στη λειτουργία των συνδικάτων, με το νέο συνδικαλιστικό νόμο που ετοιμάζει. Αυτόν που ετοίμασε κυριολεκτικά ο ΣΕΒ και τον προωθεί ο «υπηρέτης» τους, ο υπουργός της εργοδοσίας Βρούτσης, συνεχίζοντας το έργο του ΣΥΡΙΖΑ.

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΠΙΛΟΓΗ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ

  •  Συμμετέχουμε στις 2 Νοέμβρη στην κοινή μέρα δράσης με τα ταξικά σωματεία με παράσταση διαμαρτυρίας και κατάθεση υπομνήματος στον ΟΑΕΔ Σάμου στις 12.00 (με προσυγκέντρωση 11.30 στο Εργατικό Κέντρο, στο Βαθύ) και
  • προχωράμε τις επόμενες μέρες σε Τοπικές Γενικές Συνελεύσεις σε Βαθύ και Καρλόβασι για την οργάνωση της δράσης μας

Κοινό αίτημα Ομοσπονδίας – Συνδικάτου Τροφίμων Ποτών για συνάντηση με τον Υπουργό Εργασίας για την εξάπλωση της πανδημίας στον κλάδο

Κύριε Υπουργέ,

το τελευταίο διάστημα μετράμε όλο και αυξανόμενα κρούσματα covid 19 στους εργασιακούς χώρους του κλάδου μας. Προφανώς τα ελλιπή μέτρα προστασίας και ο συγχρωτισμός των εργαζόμενων μέσα στους χώρους δουλειάς που επιβάλει η εργοδοσία προς όφελος της κερδοφορίας της, δημιουργούν αυτή την εκρηκτική και άκρως επικίνδυνη κατάσταση για όλους τους εργαζόμενους.

Είναι μεγάλη η ευθύνη του Υπουργείου Εργασίας για την λήψη και την επιβολή στους εργοδότες των απαιτούμενων μέτρων για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζόμενων μέσα στους χώρους δουλειάς.

Για τον λόγο αυτό οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μας πραγματοποιούν παράσταση διαμαρτυρίας στο Υπουργείο σας την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020 και ώρα 18:00 και ζητούν συνάντηση μαζί σας ώστε να συζητήσουμε αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα που αφορά την προστασία της υγείας και της ζωής.

Ομιλία του Γιάννη Τασιούλα, Προέδρου της Ομοσπονδίας Οικοδόμων στην εκδήλωση του ΠΑΜΕ για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα

Όλοι οι νόμοι, που αφορούν τη λειτουργία των συνδικάτων και τους αγώνες των εργαζομένων είναι νόμοι που προσπαθούν να βάλουν τους αγώνες, τις διεκδικήσεις, τον προσανατολισμό του κινήματος, στο καλούπι που απαιτεί η μεγαλοεργοδοσία.

Είναι νόμοι περιορισμών και απαγορεύσεων, νόμοι για να διευκολυνθεί η εκμετάλλευση. Τέτοιος νόμος ήταν ο νόμος Λάσκαρη, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄70.

Νόμος με περιορισμούς και εμπόδια είναι και ο ν.1264 του 1982, που αντικατέστησε το νόμο Λάσκαρη και που κάτω από τους ορμητικούς αγώνες των εργαζομένων κερδήθηκαν ορισμένες συνδικαλιστικές ελευθερίες.

Βέβαια, και ο ν.1264 περιόριζε τη δράση των συνδικάτων. Κάτω από την εποπτεία του αστικού κράτους και των μηχανισμών του είχε τις ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία των μεγαλοεπιχειρηματιών που αναγκάστηκαν στη δεδομένη ιστορική στιγμή να αποδεχτούν ορισμένες ελευθερίες και δικαιώματα της συνδικαλιστικής δράσης.

Απόδειξη των παραπάνω είναι ότι και με τον ν.1264, παρά το γεγονός ότι δεν είχε σχέση με τον προηγούμενο νόμο Λάσκαρη,σχεδόν το σύνολο των απεργιών που πήγαν στα δικαστήρια βγήκαν παράνομες και καταχρηστικές, σημαντικός αριθμός αποφάσεων της επιτροπής του άρθρου 15, για την προστασία των συνδικαλιστών και της συνδικαλιστικής δράσης, οδήγησαν σε απολύσεις πρωτοπόρων εργαζομένων μέσα στους χώρους δουλειάς.

Το συμπέρασμα είναι ότι το αστικό κράτος φτιάχνει συνδικαλιστικούς νόμους για να διευκολύνει το κεφάλαιο και να περιορίσει ή να απαγορεύσει τους αγώνες των εργαζομένων. Δεν φτιάχνει νόμο για να εμποδίσει τον επιχειρηματία να αρπάζει το δώρο των εργαζομένων από τα ΑΤΜ, αλλά για να τον διευκολύνει να συνεχίζει να το κάνει χωρίς να ακούγεται καμιά φωνή διαμαρτυρίας. Και όποιος διαμαρτύρεται, να στήνεται στο «εκτελεστικό απόσπασμα» του συνδικαλιστικού νόμου, να απαγορεύεται να έχει δίπλα του το συνδικάτο στην Επιθεώρηση Εργασίας ή να απαγορεύεται να βρεθεί ο συνδικαλιστής στο χώρο δουλειάς για να γίνει ενημέρωση, άμεση κινητοποίηση και να δοθεί απάντηση στην εργοδοτική ασυδοσία.

Ενδεχομένως, οι σχεδιασμοί για νέο συνδικαλιστικό νόμο από την ΝΔ, στα πλαίσια του εξορθολογισμού και του εκσυγχρονισμού, μπορεί να «δίνει τη δυνατότητα» στα συνδικάτα και τους συνδικαλιστές να επικοινωνούν με τους χώρους δουλειάς και τους εργαζόμενους με τη μέθοδο της τηλεδιάσκεψης …. Είναι και αυτό ένα ενδεχόμενο, ώστε στο συνδικαλιστικό νόμο να μην υπάρχουν μόνο απαγορεύσεις, αλλά να υπάρχει και κανένα «επιτρέπεται» που στην ουσία θα κάνει με άλλο τρόπο τη δουλειά των αφεντικών, δηλ. «συζήτηση, συζήτηση – λάδι, λάδι και τηγανίτα τίποτα».Αυτή είναι η μία πλευρά του χαρακτήρα του συνδικαλιστικού νόμου, όπως κάθε συνδικαλιστικού νόμου.

Αυτός ο νόμος, που σχεδιάζει η κυβέρνηση και όπως δείχνουν οι διαρροές στα μέσα ενημέρωσης, είναι ο χειρότερος. Γεμάτος αντιδραστικές αλλαγές, γεμάτος απαγορεύσεις. Είναι νόμος για να κάνει τους χώρους δουλειάς γκέτο, ακόμη περισσότερης εκμετάλλευσης και εργοδοτικής ασυδοσίας.

Υπάρχει όμως και άλλη πλευρά που πρέπει να δούμε. Οι σχεδιασμοί για το νέο συνδικαλιστικό νόμο δεν είναι αποσπασμένοι από τη γενικότερη επίθεση που δέχεται η εργατική τάξη σε όλα τα επίπεδα. Είναι κομμάτι που συμπληρώνει το αντεργατικό πάζλ. Είναι σε αντιστοίχιση με άλλες πλευρές της επίθεσης, λειτουργούν υποστηρικτικά και καθοριστικά στην υλοποίηση του συνόλου της αντεργατικής επίθεσης, προσπαθώντας να ξεμπερδέψει με τις ενοχλητικές φωνές και αγώνες. Όπου «ενοχλητικές φωνές και αγώνες» βάλτε τα ταξικά συνδικάτα, τα αιτήματα και τους αγώνες που έρχονται σε αντίθεση και σύγκρουση με τη γραμμή του κεφαλαίου. Εκεί στοχεύει ο νόμος που σχεδιάζεται. Δε στοχεύει την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, τον κυβερνητικό, εργοδοτικό συνδικαλισμό. Όλοι αυτοί είναι από την πλευρά του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του.

Το είδαμε, πριν λίγους μήνες, ότανφέραν ένα «σύνταγμα στρατού» για να κάνουν συνέδριο που να τους διατηρεί στις θέσεις τους, ώστε να μπορούν να προωθούν την πολιτική του κεφαλαίου.

Συνεπώς, ο νόμος για τα συνδικάτα και τη συνδικαλιστική δράση κουμπώνει και ενισχύει την επίθεση της εργοδοσίας.Είναι μέρος της γενικευμένης επίθεσης. Πάρτε για παράδειγμα τι γίνεται στο ζήτημα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Με εκατοντάδες νόμους, εγκυκλίους, πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, όλες οι κυβερνήσεις και η σημερινή σε αγαστή συνεργασία αποψιλώνουν την ουσία των Συλλογικών Συμβάσεων.

Με νόμους που ψηφίστηκαν έχει ανασταλεί η εφαρμογή της υποχρεωτικότητας, της επέκτασης των ΣΣΕ, η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον κάθε εργαζόμενο. Τώρα, ισχυρότερες είναι οι επιχειρησιακές συμβάσεις που υπογράφουν οι ενώσεις προσώπων (γνωστά εργαλεία της εργοδοσίας) έναντι των κλαδικών συμβάσεων με προφανή στόχο πλέον η διαμόρφωση του μεροκάματου, του μισθού, να κατρακυλάει στο ατομικό επίπεδο που είναι πανεύκολο να χειραγωγηθεί στα μέτρα που θέλει ο κάθε μεγαλοεπιχειρηματίας. Είναι άλλο πράγμα, να είναι μόνος του ένας εργαζόμενος στο ζήτημα της διαμόρφωσης του μισθού και αδύνατος να αντιμετωπίσει την απειλή της απόλυσης και άλλο πράγμα η συλλογική διαπραγμάτευση του μισθού στο επίπεδο του κλάδου πανελλαδικά. Είναι η παροιμία, που λέει ο λαός μας, «απ΄  τα ξεκομμένα τρώει ο λύκος».

Με τους νόμους για τις ΣΣΕ προσπαθούν να αφαιρέσουν από τα συνδικάτα τον δίαυλο επικοινωνίας με τους εργαζόμενους.

  • Γιατί έρχονται οι εργαζόμενοι στα συνδικάτα; Για το μεροκάματο, την ασφάλιση, τις συνθήκες δουλειάς. Έρχεται, λοιπόν, η κυβέρνηση όπως οι προηγούμενες και λέει: «Τα συνδικάτα δεν έχουν καμία δουλειά με τη σύμβαση. Τη σύμβαση την υπογράφει ο υπουργός …. και την επικυρώνει (για να κάνει και τον καμπόσο) η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ».
  • Τι μένει λοιπόν στον εργαζόμενο; Να πιάσει τον υπουργό; Να βρει κανά «γερό δόντι», κανάβύσμα μπας και πάρει καλύτερο μεροκάματο; Και τι να πάρει; Από τα 200 ευρώ, που ανακοίνωσαν ως μισθό σε επιδοτούμενα προγράμματα, πόσα περισσότερα να πάρει ένας εργαζόμενος, όσες «πλάτες» και αν ψάξει να βρει να τον βοηθήσουν. Οι μισθοί που έχουν διαμορφωθεί δε φτάνουν να καλύψουν τις στοιχειώδης ανάγκες.

Ο καημός τους είναι η συλλογική ταξική δράση. Αυτήν θέλουν να χτυπήσουν και με τις αντεργατικές ανατροπές στις ΣΣΕ, στις εργασιακές σχέσεις και στο συνδικαλιστικό νόμο. Είναι τόσος ο καημός που τον παλιό αντεργατικό νόμο τον κάνουν στη συνέχεια ακόμη πιο αντεργατικό μπας και οχυρωθούν απέναντι στους αγώνες.

Ξέθαψε, η υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Αχτσιόγλου, μια διάταξη νόμου από το 1990 για να μην μπλοκάρει την πιθανότητα να γενικευτεί μια συλλογική σύμβαση που τυχόν θα υπογραφεί σε έναν κλάδο. Τι λέει αυτή η διάταξη: Ότι για να επεκταθεί η σύμβαση και να γίνει υποχρεωτική πρέπει αποδεδειγμένα η εργοδοτική πλευρά που την υπογράφει να εκπροσωπεί το 50% συν 1 των εργοδοτών του κλάδου. Και πως διαπιστώνεται αυτό; Δε διαπιστώνεται, γιατί οι εργοδότες επικαλούνται την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Εμάς μας ζητάνε, με απειλές και πρόστιμα, να δηλώσουμε τους εκπροσώπους της συνδικαλιστικής οργάνωσης στους εργοδότες,εδώ «πετάνε την μπάλα στην εξέδρα», σφυρίζουν αδιάφορα οι κυβερνώντες και δηλώνουν αδυναμία να παρέμβουν σε «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα».

Τώρα ακούγεται ότι το 50% συν 1 θα γίνει 70% για περισσότερη σιγουριά και ασφάλεια των εργοδοτών από τις «κακοτοπιές».

Συνάδελφοι,

Έχει βρεθεί πολλές φορές το εργατικό κίνημα μπροστά σε αντεργατικό κυκλώνα, έχοντας να αντιμετωπίσει αντεργατικούς νόμους, περιορισμούς, απαγορεύσεις. Καταφέραμε και τα αντιμετωπίσαμε με μαζικούς ταξικούς αγώνες. Τα φάρμακο απέναντι στην επιθετικότητα του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και των κομμάτων του είναι ο αγώνας με βάση τις δικές μας ανάγκες, με βάση αυτό που δικαιούμαστε να ζήσουμε με βάση τη δουλειά και τον πλούτο που παράγουμε.

Η εξουσία του κεφαλαίου μας στερεί το δικαίωμά μας να ζήσουμε καλύτερα. Όσες απαγορεύσεις, όσους περιορισμούς, όσα μέτρα και αν πάρουν, εμείς δεν κάνουμε πίσω θα προστατεύσουμε τη ζωή μας, θα αγωνιστούμε μέχρι το τέλος, μέχρι εκεί που στοχεύουμε και θα μπορούμε πραγματικά να ζήσουμε καλύτερα, χωρίς την καπιταλιστική εκμετάλλευση και τους νόμους που την προστατεύουν.

Συνδικάτο Οικοδόμων Ν. Θεπσρωτίας : Γενική Συνέλευση 13 Νοέμβρη στις 7 το απόγευμα

ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ Ν. ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ

Συνάδελφοι οικοδόμοι, εργαζόμενοι στις κατασκευές, άνεργοι, μετανάστες

Η Διοίκηση του Συνδικάτου μας σε πρόσφατη συνεδρίαση της, εξετάζοντας τα προβλήματα του κλάδου αλλά και την γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση, αποφάσισε την σύγκλιση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 13 Νοέμβρη ώρα 7 το απόγευμα στα γραφεία του Εργατικού Κέντρου.

Η  περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από την ένταση της επιθετικότητας της εργοδοσίας και της Κυβέρνησης απέναντι στις κατακτήσεις και τα εναπομείναντα δικαιώματα μας.

 Κάθε μέρα που περνάει η Κυβέρνηση της  Ν.Δ. αντί να σκύψει προσεκτικά για να εξετάσει τα προβλήματα και  τα αιτήματα μας και να δρομολογήσει την επίλυση τους, δείχνει τα δόντια της απέναντι σε μας και τις οικογένειες μας, κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο.

Στα αιτήματα που θέσαμε εν μέσω πανδημίας  του νέου κορονοϊού  η Ομοσπονδία και  τα συνδικάτα μας και αφορούν στην ασφάλεια της ζωής μας στους χώρους δουλειάς και την στήριξη του εισοδήματος μας, η Κυβέρνηση αλλά και η Τοπική Διοίκηση (Περιφέρεια – Δήμοι) σφυρίζουν αδιάφορα.

Όλο το προηγούμενο διάστημα αλλά ακόμα και σήμερα που πλέον η πανδημία τείνει να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η κυβέρνηση αρνείται να πάρει ουσιαστικά μέτρα προστασίας της ζωής μας συνεχίζοντας να αφήνει τα νοσοκομεία υπόστελεχωμένα με ελλείψεις σε  γιατρούς , και νοσηλευτικό προσωπικό.

Το νοσοκομείο Φιλιατών εξακολουθεί να λειτουργεί με 30 κενές οργανικές θέσεις ιατρών.

Το ΤΕΠ  Ηγουμενίτσας αδυνατεί να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες.

Τα   Κ.Υ. Παραμυθιάς  – Μαργαριτίου, λειτουργούν κυριολεκτικά με τις πόρτες κλειστές ακόμα και για μια απλή συνταγογράφιση.

Αντί να ενισχύσει το δημόσιο σύστημα υγείας  πετσοκόβει κι άλλο τα σχετικά  κονδύλια.

Αντί  να προχωρήσει στην επίταξη του ιδιωτικού τομέα –ιδιωτικές κλινικές -τους επιδοτεί κι από πάνω με διάφορες μορφές.

Μάσκα κι ατομική  ευθύνη είναι το σλόγκαν της κυβέρνησης, με στόχο την μετάθεση ευθυνών για την εξέλιξη της πανδημίας σε μάς κι όχι στην αδυναμία του δημόσιου συστήματος που είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Αρνείται να προχωρήσει σε προσλήψεις εκπαιδευτικών  και καθαριστριών στα σχολεία και στoχοποιεί την νεολαία, συκοφαντεί τα παιδιά μας που αγωνίζονται για μέτρα και ασφαλείς συνθήκες υγείας  στα σχολεία τους και αντί για καθηγητές και δασκάλους στέλνει αύρες και χημικά  εντείνοντας την καταστολή απέναντι σε μαθητές και εργατικά Σωματεία.

Αντί να ενισχύσει τους άνεργους  που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα χωρίς κανένα εισόδημα(ο κλάδος μας μετράει  χιλιάδες ανέργους) δίνει πανοπροίκια στους μεγαλοκατασκευαστές  και μοιράζει απλόχερα τα δισεκατομμύρια στους βιομηχάνους και εφοπλιστές, βγάζοντας την γλώσσα σε μας λέγοντας μας ότι  όπως ζήσατε τόσο καιρό έτσι θα ζήσετε και τώρα χωρίς εισόδημα.

Συνάδελφοι οικοδόμοι, η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και οι προηγούμενες, όχι μόνο στέκεται απέναντι στις ανάγκες μας και τα προβλήματα των οικογενειών μας, αλλά όλο αυτό το διάστημα της πανδημίας με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και νόμους που ψηφίζει έχοντας την πλειοψηφία στην βουλή, δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για τους μεγαλοκατασκευαστές και εργολάβους, δίνοντας τους όλα τα νομοθετικά εργαλεία για να χτυπήσουν εκ νέου τα μεροκάματα μας, την ασφάλιση, το ωράριο,  συνολικά τους όρους που θα δουλεύουμε.

 Μέχρι και πρόγραμμα απασχόλησης για να αποκτούν εργατικά χέρια με 200 ευρώ μισθό τους έφτιαξε. Εν μέσω πανδημίας έφτιαξε νόμο για να μπορούν να μας παίρνουν ευκολότερα το σπίτι μας ακόμα και τον μισθό μας.

 Ετοιμάζεται να φέρει νόμο που στο στόχαστρο βάζει την συνδικαλιστική δράση, θέλοντας να βάλει στον γύψο τους αγώνες των εργαζομένων, να φιμώσει όσους διεκδικούν και απαιτούν το δικαίωμα στην δουλειά με όρους ανθρώπινους, με μεροκάματο που να καλύπτει τις ανάγκες τις δικές μας και των οικογενειών μας.

 Θέλουν να κάνουν τους χώρους δουλειάς «άβατο» της εκμετάλλευσης να απομονώσουν τους εργαζόμενους από το να έχουν δίπλα τους το συνδικάτο, την Ομοσπονδία, όταν ο εργοδότης δεν θα τους πληρώνει , θα τους κλέβει την ασφάλιση, θα τους αναγκάζει να δουλεύουν ήλιο με ήλιο.

 Συνάδελφοι οικοδόμοι, ότι είχαμε κατακτήσει τα προηγούμενα χρόνια (σύνταξη στα 58, Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας, 5ήμερο, 3ετίες κ.λ.) δεν μας τα είχε χαρίσει κανείς, τα είχαμε κατακτήσει με σκληρούς ταξικούς αγώνες και αίμα, με οργανωμένη συλλογική δράση και πάλη με Σωματεία μαζικά και δυνατά.

Σήμερα κυβέρνηση και αφεντικά, νομίζουν ότι ψηφίζοντας αυτούς τους νόμους θα ξεμπερδέψουν με μας και τους αγώνες μας. Θέλουν τους οικοδόμους με σκυμμένο το κεφάλι, με το στόμα ραμμένο, χωρίς φωνή, χωρίς Σωματεία, χωρίς οργάνωση, χωρίς αγώνες.

Δεν θα τους περάσει!

Δεν παζαρεύουμε τα δικαιώματα μας στους αγώνες για την υπεράσπιση της ζωής μας.

Αν τολμήσει η κυβέρνηση να φέρει αυτό το τερατούργημα στην βουλή, θα πάρουν την απάντηση με 24ωρη Πανελλαδική Πανοικοδομική Απεργία.

Ολοι στην Γενική Συνέλευση του Συνδικάτου μας την Παρασκευή 13 Νοέμβρη

Κάτω τα χέρια από τα Συνδικάτα

 

 

Σύλλογος Βοηθών Φαρμακοϋ/λων και Εργατ/λων Ηπείρου :Για απόλυση ιατρικού επισκέπτη

Το σωματείο μας καταγγέλλει σε όλο τον κλάδο, την απόλυση ενός συναδέλφου ιατρικού επισκέπτη από την φαρμακοβιομηχανία Bennett στην πόλη μας.

Ο συνάδελφος λόγω σοβαρών θεμάτων υγείας εμπίπτει στην κατηγορία των εργαζομένων που χαρακτηρίζονται «ευπαθείς» απέναντι στον κίνδυνο της πανδημίας του κορονοιου.

Ως εκ τούτου επιβάλλεται να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της υγείας του με ευθύνη της εργοδοσίας. 

Η φαρμακοβιομηχανία Bennett αντί  αυτού για να μην αναλάβει το κόστος επέλεξε να τον απολύσει.

Ενώ  η ίδια η εταιρία δήλωσε ότι θέλει να τον προστατέψει γιατί ανήκει στις ευπαθείς ομάδες και του έδωσε εντολή να περιορίσει τις μετακινήσεις του, τον απολύει χωρίς καμία απολύτως δικαιολογία. Τον καταδικάζει να πεθάνει από την πείνα αλλά και από την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, δεδομένου ότι το κόστος της φαρμακευτικής του αγωγής είναι δυσθεώρητο.

Είναι αποκαλυπτικό το πώς μια φαρμακοβιομηχανία που υποτίθεται ότι παράγει φάρμακα για τη στήριξη της υγείας του κόσμου, διώχνει εργαζόμενο της ακριβώς γιατί πάσχει από σοβαρό πρόβλημα υγείας και χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή.

Γιατί το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι οι ισολογισμοί της εταιρείας τους, τα κέρδη και προφανώς όχι η υγεία των εργαζομένων της και του λαού.

Είναι εμφανές ότι την ίδια στιγμή που σε όλο τον κόσμο χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν λόγω της πανδημίας, οι φαρμακευτικές αυξάνουν τα κέρδη τους.

Οι ίδιοι οι αναλυτές τους συμφωνούν ότι η πανδημία είναι μια τεράστια ευκαιρία για τις φαρμακευτικές να αυξήσουν τα μερίδια των μετοχών.

Mεγάλες φαρμακευτικές παίρνουν εκατομμύρια χρηματοδοτήσεις για την έρευνα και την ανάπτυξη των εμβολίων χωρίς να γνωρίζουμε την αποτελεσματικότητα τους και μετά τιμολογούν στα ίδια αυτά κράτη τα εμβόλια και τα φάρμακα για χιλιάδες ευρώ.

Απαιτούμε τώρα ανάκληση της απόλυσης και προστασία της υγείας του συναδέλφου.

Καλούμε τους συναδέλφους όλου του κλάδου να μη νομιμοποιήσουν την απόλυση αυτή. Να παρευρεθούμε μαζικά την Πέμπτη 5 Νοέμβρη στις 10:00  στα γραφεία της Επιθεώρησης Εργασίας Ιωαννίνων που πραγματοποιείται η τριμερής να πιέσουμε όλοι μαζί τους εκπροσώπους της φαρμακοβιομηχανίας να πάρουν πίσω την απόλυση.

Παράλληλα ζητάμε από τα σωματεία του κλάδου και όλες τις άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις την στήριξή τους.

Ένας για όλους και όλοι για έναν.

 

 

 

Εργατικό Κέντρο Αθήνας : Δεν θα περάσει ο εργασιακός μεσαίωνας

 

Η πανδημία τελικά αποδεικνύεται η μεγάλη ευκαιρία της κυβέρνησης και των εργοδοτών. Παρόλο που η χώρα είναι ένα βήμα από το γενικό lockdown, με την επιδημία να σαρώνει σε συνθήκες όπου το δημόσιο σύστημα υγείας έχει αφεθεί στη μοίρα του και τα μέτρα προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων είναι ανύπαρκτα, ο κος Βρούτσης και η κυβέρνηση ετοιμάζονται να αποτελειώσουν τα εργασιακά δικαιώματα. Δε φθάνει ο πτωχευτικός νόμος, που δίνει τη δυνατότητα στις τράπεζες να πτωχεύσουν όποιον θέλουν και να χάνουν οι εργαζόμενοι τα σπίτια τους. Δε φθάνει που περικόπτουν τις παροχές της εργατικής τάξης από τον ΟΑΕΔ, μειώνοντας τη χρηματοδότηση του στο ένα τρίτο. Δε φτάνει που επιδιώκουν να βάλουν τις διαδηλώσεις στο γύψο. Θέλουν να τελειώνουν με το 8ωρο και τον σταθερό ημερήσιο χρόνο δουλειάς, τις Συλλογικές Συμβάσεις, τις υπερωρίες, τις απεργίες, και κάθε δυνατότητα συνδικαλιστικής δράσης.

Πιο συγκεκριμένα το νομοσχέδιο που κατατίθεται περιλαμβάνει:

10ωρη εργασία χωρίς πρόσθετη αμοιβή με αντάλλαγμα ρεπό ή μείωση ωραρίου εντός 6μήνου

Προσθήκη επιχειρήσεων και εργασιών στη λίστα που ήδη επιτρέπει την εργασία την Κυριακή

Οι συμφιλιωτικές τριμερείς συλλογικές διαφορές αφαιρούνται από την Επιθεώρηση Εργασίας και μεταβιβάζονται στον ΟΜΕΔ

Δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης ή συνδικαλιστικής δράσης θα έχουν μόνο οι οργανώσεις που έχουν εγγραφεί στα νομοθετημένα ψηφιακά Μητρώα που θα έχει η κυβέρνηση, δηλαδή μόνο σε όσες συνδικαλιστικές οργανώσεις αποδεχτούν το φακέλωμα.

Καταργείται επί της ουσίας η Γενική Συνέλευση ως ανώτερο όργανο των συνδικάτων. Η απεργία απαιτεί ηλεκτρονική ψηφοφορία άνω του 50% των μελών, όπως προβλέπει ο νόμος της προηγούμενης κυβέρνησης, και επαναφέρει το λοκ άουτ νομιμοποιώντας την απεργοσπασία και ποινικοποιώντας τη συνδικαλιστική δράση.

Αυτά είναι τα πρώτα μέτρα που είδαν το φως της δημοσιότητας και αναμένεται άμεσα η κατάθεση του νομοσχεδίου. Αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για ένα ακόμη χτύπημα στους εργαζόμενους και  στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Το ΕΚΑ προειδοποιεί ότι οι εργαζόμενοι φορούν μάσκες αλλά έχουν φωνή. Η κυβέρνηση δεν πρέπει να προχωρήσει σε ένα αντεργατικό νομοσχέδιο. Οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα τους θα αντιδράσουν και με σεβασμό στην υγεία των πολιτών, δε θα επιτρέψουν την πλήρη αποδιάρθρωση των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Καλούμε όλα τα συνδικάτα της Αθήνας σε απεργιακή προετοιμασία. Το Εργατικό Κέντρο Αθήνας θα συνεδριάσει την Τρίτη 3 Νοέμβρη για να καθορίσει την αγωνιστική του κλιμάκωση.

Ομιλία του Βάλσαμου Συρίγου, ΓΓ της Ομοσπ. Οικοδόμων και Μέλος της Διοίκ. της ΓΣΕΕ στην εκδήλωση του ΠΑΜΕ για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες

Σήμερα που κάνουμε αυτή την σύσκεψη οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, πάνω από 1 εκατομμύριο άνεργοι από τους οποίους οι 560.000είναι για πάνω από 12 μήνες στην ανεργία, ενώ από το σύνολο των ανέργων μόνο 160.000 επιδοτούνται με ταμείο ανεργίας ή με κάποιο πρόγραμμα. Σε συνθήκες πανδημίας 800.000 χιλιάδες συνάδελφοί μας υποχρεώθηκαν σε οικειοθελής αποχωρήσεις από την εργασία τους, χωρίς αποζημίωση, χωρίς ταμείο ανεργίας. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου με πρόσχημα την πανδημία ήρθαν για να μείνουν με σκοπό το παραπέρα φθήνιμα της εργατικής δύναμης. Για όλα αυτά φταίνε οι απεργίες των εργαζομένων; Υπάρχει σήμερα ένα μέτωπο απεργιακό που να κάνει την κυβέρνηση να προχωρά στον παραπέρα περιορισμό της απεργιακής κινητοποίησης και δράσης; Τότε γιατί γίνεται αυτή η στοχοποίηση την ώρα που ήδη υπάρχει ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο που βάζει φραγμούς στην κήρυξη της απεργίας από ένα σωματείο; Την ίδια ώρα που φουντώνει η εργοδοτική αυθαιρεσία, που στέλνουν τους εργαζόμενους στα ΑΤΜ μαζί με μπράβους για να ξαναπάρουν το δώρο πίσω. Αυτή την ώρα που ο εργάτης δεν έχει φωνή το κίνημα και με βάση τα στοιχεία της ΓΣΕΕ για τους απεργιακούς αγώνες βρίσκεται σε καθίζηση η κυβέρνηση βάζει στο στόχαστρο το απεργιακό δικαίωμα.

Γιατί, ενώ η συμμετοχή στις απεργίες είναι μικρή, μεγάλοι κλάδοι δεν δέχονται πλήγμα από την απεργία, οι συνελεύσεις είναι άμαζες το κίνημα γενικά είναι σε υποχώρηση, η κυβέρνηση καίγεται να προωθήσει σε συνθήκες πανδημίας ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα βάλει σε γύψο το κίνημα, θα περιορίσει την συνδικαλιστική δράση, θα ποινικοποιεί τον αγώνα; Γιατί ως γνωστόν πριν πεινάσουν μαγειρεύουν και οι αστοί και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι γνωρίζουν πολύ καλά ότι για την εξασφάλιση της κερδοφορίας τους μέσα στον αδυσώπητο ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις των μονοπωλίων αυτό που απαιτείται είναι η συνέχιση των «μεταρρυθμίσεων» , δηλαδή το παραπέρα φθήνιμα της εργατικής δύναμης, το τσάκισμα των εναπομείναντων δικαιωμάτων. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, το αντεργατικό οπλοστάσιο που στήνεται σε συνθήκες πανδημίας και καπιταλιστική κρίσης ήρθε για να μείνει και να διευρυνθεί. Αυτή η επίθεση συσσωρεύει δυσαρέσκεια που μαζί την πολιτική επιλογή να γίνει ευκαιρία η πανδημία για παραπέρα αναδιαρθρώσεις στην υγεία, στα ΜΜΜ στα σχολεία με προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, την στήριξη των ιδιωτών μετατρέποντας την κοινωνία υποχρεωτικά καταναλωτή του ιδιωτικού τομέα, δημιουργεί αυτό το περιβάλλον που η κοινωνία θα αντιδράσει. Αυτή η αντίδραση μπορεί να εξελιχτεί και σε μαζική λαϊκή ριζοσπαστική πάλη και αυτό είναι που στοχεύει και φοβάται η κυβέρνηση της ΝΔ και όλα τα κόμματα διαχειριστές του αστικού πολιτικού συστήματος. Μέσα από την καταστολή, την παρεμπόδιση της συνδικαλιστικής δράσης, την επίθεση στην οργάνωση των εργατών επιδιώκουν να κλείσουν τον δρόμο στο κοινωνικά αναγκαίο στο κοινωνικά δίκαιο.

Στην εκμεταλλευτική κοινωνία η κυρίαρχη τάξη καθορίζει τους κανόνες με τους οποίους η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπό θα γίνεται «νόμιμα» και θα υπάρχουν ισορροπίες τέτοιες που θα εξασφαλίζουν την λειτουργία του εκμεταλλευτικού συστήματος. Ανάλογα τους συσχετισμούς, αυτοί οι κανόνες γίνονται ευνοϊκότεροι οι δυσμενέστεροι για τους εκμεταλλευόμενους. Πάντα όμως σκοπός των νομοθετημάτων είναι να θωρακίζουν το σύστημα της εκμετάλλευσης, την απρόσκοπτη λειτουργία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων με το μέγιστο κέρδος, στις δοσμένες συνθήκες της κάθε εποχής. Όπως έκανε το ιδιώνυμο το 29, ο 330 το 76, ο 1264 το 82, ο νόμος Αχτσιογλου το 15. 

Το δικαίωμα της απεργίας είναι η πιο οξυμένη μορφή πάλης και  σύγκρουσης των εκμεταλλευόμενων με τους εκμεταλλευτές στα ανεκτά ή μη όρια της λειτουργίας  αστικού πολιτικού συστήματος με το οποίο οι εργαζόμενοι πλήττουν τον αντίπαλο με σκοπό την βελτίωση των όρων πώλησης της εργατικής τους δύναμης και αποσκοπεί στο οικονομικό πλήγμα του εργοδότη αναδεικνύοντας τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Οι εργαζόμενοι μέσα από αυτή την διαδικασία αντιλαμβάνονται την δύναμή τους, αντιλαμβάνονται ότι μπορούν χωρίς αφεντικά ενώ τα αφεντικά δεν μπορούν χωρίς εργάτες. Η απεργία εκτός από οικονομικές διεκδικήσεις μπορεί να προβάλει και πολιτικές επιδιώξεις και να γίνει εφαλτήριο εξέγερσης, καταλήψεων και επαναστατικών διεργασιών και ενεργειών.

Φυσικά η εργοδοσία και το κράτος της, ποτέ δεν συμβιβάστηκαν με το δικαίωμα των εργαζομένων να απεργούν. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους είναι πάντα έτοιμοι, όταν η εργοδοσία βρεθεί σε αδυναμία να σπάσει την απεργία με ιδία μέσα, να τσακίσουν τους απεργούς. Η ανοχή τους έχει να κάνει με το αντικειμενικό γεγονός ότι η ταξική πάλη δεν καταργείται, όσο και να το θέλουν, η πάλη είναι ανειρήνευτη και η απεργία είναι έκφραση της δύναμης των παραγωγών του πλούτου. Είναι εκατοντάδες τα παραδείγματα απεργιών που η αστυνομία ή ακόμα και ο στρατός επιστρατεύτηκαν να καταστείλουν απεργιακούς αγώνες. Τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του καπιταλισμού η εργοδοσία είχε τους δικούς της οπλισμένους φύλακες και μπράβους που οι ίδιοι επέβαλαν την τάξη και κατέστελλαν τους  αγώνες. Αυτή την κατάσταση ήρθε το κράτος να την εξομαλύνει και ανέλαβε την καταστολή για λογαριασμό της εργοδοσίας στο όνομα της τάξης και της νομιμότητας.  Ενώ ο στρατός ήταν πάντα έτοιμος για δράση. Στην Απεργία των μεταλλωρύχων το 1896 που ως έτοιμα είχαν να υπάρχει άμαξα ως ασθενοφόρο να μεταφέρει εγκαίρως τους τραυματίες στο νοσοκομείο, αυξήσεις στους μισθούς και να σταματήσουν οι εργολαβίες, χτυπήθηκε από τον στρατό και μάλιστα παρέμεινε στην περιοχή μέχρι την δεκαετία του 50 για να επιβλέπει τους εργαζόμενους μην τυχόν και απεργήσουν. Σε όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος στην χώρα μας υπάρχουν εκατοντάδες απεργίες που οι εργάτες πλήρωσαν βαρύτατο τίμημα. Ακόμα και οι φαινομενικά ανώδυνες απεργιακές μάχες έχουν το τίμημά τους, ιδιαίτερα για τα πρωτοπόρα τμήματά της εργατικής τάξης. Η στοχοποίηση, ο παραγκωνισμός, η απομόνωση στους χώρους δουλείας  και η απόλυση είναι καθημερινότητα. 

Προπολεμικά οι απεργίες συνοδεύονταν με καταστολή και νεκρούς. Οι   μεταλλωρύχοι σε Σεριφο και Λαύριο, οι καπνεργάτες σε Αγρίνιο και Θεσσαλονική, οι σταφιδεργάτες στο Ηράκλειο, οι ναυτεργάτες στην Καλαμάτα, οι εργάτες στον Πειραιά, παντού η ζωή δεν μέτραγε οι στασιαστές έπρεπε να πεθάνουν και αν δεν πέθαιναν από τα βόλια έπρεπε να πεθάνουν στην εξορία. Μεταπολεμικά το κράτος γιγαντώνει τον χαφιεδισμό και το «συνδικαλιστικό» της ασφάλειας γίνεται η σκιά των πρωτοπόρων, παρόλα αυτά η ταξική πάλη δεν θα ανακοπή. Οι οικοδόμοι, οι μεταλλωρύχοι της ΛΑΡΚΟ, οι οδηγοί στα λεωφορεία, στη ΔΕΗ, στα κλωστοϋφαντουργία, οι ναυτεργάτες, οι τραπεζικοί υπάλληλοι, όλοι οι κλάδοι έδωσαν και δίνουν μεγάλους αγώνες. Ο Λάσκαρης προσπάθησε να νομοθετήσει το τέλος της ταξικής πάλης, ενώ τώρα ο Βρούτσης θεωρεί ότι ο απεργός διαπράττει οικονομικό έγκλημα και πρέπει να αποζημιώνει τον εργοδότη για την χασούρα που θα έχει από την απεργία. 

Το νομοθετικό πλαίσιο που ορίζει τους όρους με τους οποίους θα διεξάγεται η απεργία, καθορίζεται από τον συσχετισμό δυνάμεων, από τον βαθμό οργάνωσης των εργατών. Για παράδειγμα όταν ψηφίστηκε ο 1264 το 40% των εργαζομένων ήταν οργανωμένοι στα συνδικάτα τους, διεξάγονταν μαζικές γενικές συνελεύσεις, το κίνημα ήταν σε άνοδο. Ο προηγούμενος αντιδραστικός νόμος, ο 330 ήταν ένα πουκάμισο αδειανό, δεν χωρούσε στις συνθήκες της εποχής, αλλά και δεν μπορούσε το αστικό κράτος να έχει σε λειτουργία ένα νόμο που θα καταπατείται καθημερινά από την εργατική τάξη, δημιουργώντας μία κατάσταση που να εμφανίζεται αδύναμο για επιβολή.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε τον νόμο για περιορισμό της δυνατότητας απεργιακής κινητοποίησης από τα πρωτοβάθμια σωματεία ο βαθμός οργάνωσης των εργατών ήταν και παραμένει κοντά στο 12 με 15% 

Η κυβέρνηση της ΝΔ έχοντας βρει στρωμένο έδαφος επίθεσης από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προωθεί παραπέρα το χτύπημα του απεργιακού δικαιώματος, έχοντας στο στόχαστρό της την γενική συνέλευση των σωματείων, την πολύτιμη αυτή διαδικασία στην οποία οι απόψεις ζυμώνονται και οι αποφάσεις έχουν την δύναμη της πλειοψηφίας να υλοποιηθούν. Η προσπάθεια που επιχειρείται να γίνεται υποχρεωτική η συμμετοχή όλων των εργαζομένων της επιχείρησης σε ηλεκτρονική ψηφοφορία όπου θα ψηφίζουν οι διευθυντές για τα τμήματα που επιβλέπουν, αντί των εργαζομένων, η μη συμμετοχή σε ζωντανή συνέλευση χωρίς την διαλογική συζήτηση, την αντιπαράθεση των απόψεων τα επιχειρήματα, κάνουν την απεργία ένα όπλο άσφαιρο χωρίς την δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί.

Έχουμε χρέος να προασπίσουμε το δικαίωμά μας να απεργούμε και να συζητάμε μέσα από πραγματικές ουσιαστικές συλλογικές διαδικασίες,  χωρίς την επίβλεψη του εργοδότη. Έχουμε ευθύνη για την καλύτερη δυνατή οργάνωση της γενικής συνέλευσης να γίνεται εποικοδομητικός διάλογος, να ενθαρρύνεται να ακουστεί και η αντίθετη άποψη και με επιχειρήματα να αντιπαρατεθόμαστε.

Αυτό το όπλο των εργατών που κανείς δεν μπορεί να τους το στερήσει πρέπει να μην σπαταλείται και να παίρνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Πρέπει να πούμε ότι είναι γεγονός ότι η ταξική πάλη δεν καταργείται, όμως δεν μπορούμε με βάση αυτό να λέμε, δεν πάει να πάρει όσα μέτρα θέλει, νόμος είναι το δίκιο του εργάτη Αυτό δεν είναι σωστό γιατί δεν σκέφτονται όλοι οι εργαζόμενοι όπως εμείς. Σε ανώριμα στρώματα κυριαρχεί το «αν είναι νόμιμο αυτό που κάνουμε, να προσέξουμε μην μας πάνε στα δικαστήρια» κλπ. Άρα ναι η ταξική πάλη δεν καταργείτε όμως με μόνο ένα μικρό συνειδητοποιημένο πρωτοπόρο κομμάτι της εργατικής τάξης απομονωμένο από τους χώρους δουλειάς, περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης, ποινικοποίηση του αγώνα. Οι δυσκολίες για την ανάπτυξη του αγώνα και για τους σκοπούς της τάξης μας γιγαντώνονται.

Παρά όμως αυτές τις δυσκολίες δεν μένουμε με τα χέρια σταυρωμένα. Οργανώνουμε την πάλη μας διεκδικώντας μέτρα για την προστασία της υγείας του λαού και των δικαιωμάτων του.

 

 

 

 

Ομιλία της Δικηγόρου Χαρά Μαρούλη στην εκδήλωση του ΠΑΜΕ για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα

Προστασία της λειτουργίας και δράσης των σωματείων Συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα

Η συζήτηση για τον συνδικαλιστικό νόμο που πρόκειται να κατατεθεί, αντικειμενικά μαζί με την εναντίωση στα μέτρα που φέρνει, γεννά και την αναγκαιότητα να διευκρινίσουμε ότι το πλαίσιο των αιτημάτων του εργατικού κινήματος σε καμία περίπτωση δεν υπερασπίζεται την ισχύουσα νομοθεσία. Υπερασπιζόμαστε λοιπόν την νομοθετική ρύθμιση των διατάξεων του νόμου 1264/1982, αντιλαμβανόμενοι το πλαίσιο του ως επαρκές για την προστασία των συνδικαλιστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, την προστασία της συνδικαλιστικής δράσης και των σωματείων; Αν και οι εργαζόμενοι και τα σωματεία τους από την συσσωρευμένη τους πείρα, ξέρουν καλά την απάντηση, θα επιχειρήσουμε να θέσουμε κάποιους άξονες, με βάση τους οποίους, μπορούμε με ασφάλεια να απαντήσουμε αρνητικά.

Σε σχέση με το θέμα της προστασίας των συνδικαλιστών και της συνδικαλιστική δράσης, θα άξιζε να αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Η προστασία των συνδικαλιστών ενός σωματείου τελεί τουλάχιστον υπό τον περιορισμό του αριθμού των μελών του. Συνεπώς η προστασία των συνδικαλιστών δεν είναι καθολική. Σε κάθε περίπτωση και η ίδια η σύνθεση της Επιτροπής του άρθρου 15, που εξετάζει την απόλυση συνδικαλιστή, είναι τέτοια που αντικειμενικά αφήνει περιθώρια, ώστε τα συνδικαλιστικά στελέχη να παραμένουν απροστάτευτα, με πάρα πολλά παραδείγματα να το επιβεβαιώνουν.

Ακόμη και αυτή όμως, η όποια δηλαδή τυπική συνδικαλιστική προστασία προβλέπεται, δεν παρέχεται στα μέλη των  εργοστασιακών, απεργιακών και σωματειακών επιτροπών και όχι τυχαία, αφού οι σωματειακές επιτροπές είναι στην πραγματικότητα όργανο πάλης του σωματείου σε κάθε τόπο δουλειάς.

Πέραν αυτού, οι εκατοντάδες εργαζόμενοι που απολύονται λόγω της αδιαμφισβήτητης και αποδεδειγμένης συνδικαλιστικής δράσης που αναπτύσσουν στους χώρους δουλειάς, χωρίς όμως να έχουν ταυτόχρονα εκείνη την συνδικαλιστική ιδιότητα που προστατεύεται από το νόμο ή απλά είναι δραστήρια, πρωτοπόρα μέλη του σωματείου, μένουν παντελώς απροστάτευτοι. Το αποτέλεσμα της τυχόν προσφυγής τους στα δικαστήρια –πέραν της δυσβάσταχτης δαπάνης που απαιτεί για τον απολυμένο εργάτη- είναι σφόδρα αμφισβητούμενο, με τις δικαστικές αποφάσεις –σε γενικές γραμμές-  να διαμορφώνουν αρνητική νομολογία.

Για το απεργιακό δικαίωμα ως μορφή συνδικαλιστικής ελευθερίας

Άλλη πλευρά που εντελώς ενδεικτικά θέτουμε είναι το απεργιακό δικαίωμα ως μορφή συνδικαλιστικής ελευθερίας. Οι περιορισμοί που προβλέπονται στο απεργιακό δικαίωμα (π.χ. 24ωρη προειδοποίηση του εργοδότη), οι περιορισμοί σχετικά με το δικαίωμα στην απεργία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στους ΟΤΑ, στις επιχειρήσεις δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας κλπ. (άρθρο 19 και 20), αλλά και οι περιορισμοί στην δυνατότητα των συλλογικών οργάνων των εργαζομένων, που τέθηκαν πρόσφατα σχετικά με την λήψη απόφασης για κήρυξη απεργίας από τον  νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (ν. 4512/2018), είναι μόνο ενδεικτικά παραδείγματα του νομοθετικού πλαισίου που στραγγαλίζει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των εργαζομένων.

Καθόλου τυχαία βέβαια σχετικά με το απεργιακό δικαίωμα δεν είναι ούτε η διαχρονική εξαίρεση των ναυτεργατών από τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις, αφού  παρά την κατάργηση του ν. 330/1976, αυτός διατηρείται σε ισχύ μόνο για τους ναυτεργάτες, γιατί ακριβώς αυτό το τμήμα της εργατικής τάξης αντιμετωπίζει το εφοπλιστικό κεφάλαιο, το πιο σκληρό δηλαδή τμήμα της εγχώριας αστικής τάξης.

Πέραν όμως των νομοθετικών ρυθμίσεων, που ανοιχτά περιορίζουν ή και υπονομεύουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και δράσης των μορφών οργάνωσής της, υπάρχουν και οι περιπτώσεις νομοθετικών ρυθμίσεων, που αν και τυπικά εξασφαλίζουν συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα, στην πραγματικότητα καταστρατηγούνται στην πράξη με τις ευλογίες του αστικού κράτους και των μηχανισμών του. Εξάλλου, το ίδιο το αστικό κράτος γνωρίζει καλά την τέχνη της μη ουσιαστικής εφαρμογής νόμων που το ίδιο έχει θεσπίσει, προκειμένου να ακυρωθούν στην πράξη παραχωρήσεις που έχουν γίνει στους εργαζόμενους κάτω από την πίεση των αγώνων τους. Ενδεικτικά παραδείγματα:

  • η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 16 του ν. 1264/1982, ορίζει: «Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις κάθε βαθμού έχουν δικαίωμα να διανέμουν ανακοινώσεις τους μέσα στο χώρο εργασίας, εκτός χρόνου απασχόλησης (ο χρόνος αυτός είναι εκείνος που στην διάρκειά του ο εργαζόμενος δεν οφείλει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη)…». Αμέτρητες όμως είναι οι περιπτώσεις εκείνες που η εργοδοσία αρνείται την είσοδο των συνδικαλιστών και την διανομή υλικού του σωματείου στους εργαζόμενους. Ωμή καταστρατήγηση λοιπόν της νομοθετικής ρύθμισης, με ατιμώρητη βέβαια την εργοδοτική ασυδοσία. Περαιτέρω:
  • η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ισχύοντος συνδικαλιστικού νόμου, ορίζει ρητά: «Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων εργοδότες». Αρχή που πράγματι αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της συνδικαλιστικής ελευθερίας του εργαζομένου. Η απαγόρευση συμμετοχής εργοδοτών στις εργατικές οργανώσεις συνιστά βασική κατάκτηση του εργατικού κινήματος και του ταξικού του προσανατολισμού. Εφαρμόζεται όμως η διάταξη αυτή στην πράξη; Ηχηρή απάντηση δίνει η πρόσφατη εμπειρία με το 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ, που έδειξε ότι δεν είναι αρκετός για την εργοδοσία ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, αλλά πλέον επιλέγει να επιβάλλει και την φυσική παρουσία εργοδοτών στις οργανώσεις των εργατών και μάλιστα με τρόπο προκλητικό. Η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση καταστρατηγείται πανηγυρικά και η συνδρομή του αστικού κράτους, μέσω του πολιτικού του προσωπικού και των κατασταλτικών του δυνάμεων κυριολεκτικά οργιάζει μέχρι να το επιτύχει.  

            Η απόφαση λοιπόν της σοσιαλδημοκρατίας που μόλις είχε αναλάβει την διακυβέρνηση, με τις διατάξεις του νόμου 1264/1982 να ελέγξει ή και να χειραγωγήσει το εργατικό κίνημα, να ενσωματώσει την αγανάκτησή του που εκδηλωνόταν με μεγάλους εργατικούς αγώνες, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί και δεν αποτελεί το νομοθετικό πλαίσιο που υπερασπίζεται το εργατικό κίνημα σήμερα.

Είναι κρίσιμο να τονίσουμε ότι η -με διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις-  κάθε φορά επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων όσον αφορά στα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα και ελευθερίες, δεν είναι επιμέρους ζήτημα και δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τον βαθμό ανάπτυξης ή υποχώρησης του εργατικού κινήματος, την άνοδο ή ύφεση της ταξικής πάλης, την φάση ανάπτυξης ή κρίσης της καπιταλιστικής οικονομίας, τον συσχετισμό των δυνάμεων, τις γενικότερες συνθήκες αστικής διαχείρισης. Αδιαμφισβήτητο όμως είναι το γεγονός ότι στα πλαίσια της καπιταλιστικής διαχείρισης, κάθε εργατική κατάκτηση είναι προσωρινή κι αμφισβητήσιμη και αντικειμενικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί η ανάγκη συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας της λειτουργίας και δράσης των σωματείων. Τα όρια δράσης των σωματείων και της συνδικαλιστικής ελευθερίας καθορίζονται νομοθετικά από το αστικό κράτος και την εξουσία του κεφαλαίου, που αντικειμενικά επιτρέπει την λειτουργία και δράση τους μέχρι το σημείο που δεν αμφισβητούνται τα όρια της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Η επερχόμενη  αντιδραστικοποίηση του νομοθετικού πλαισίου, εντάσσεται στην διαχρονική επιδίωξη των κυβερνήσεων και των κομμάτων του κεφαλαίου να δώσουν την χαριστική βολή στα συνδικαλιστικά δικαιώματα και στις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Η συζήτηση που διεξάγεται χρόνια τώρα αξιοποιεί τα εκφυλιστικά φαινόμενα του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού που το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα καλλιεργεί και εκτρέφει και σε συνδυασμό με το πρόσχημα του «εκσυγχρονισμού», επιχειρεί να κάμψει ή έστω να αμβλύνει την κοινωνική αντίδραση, για να επιτύχει όσο πιο ανώδυνα γίνεται την ωμή εργοδοτική και κρατική παρέμβαση στην λειτουργία και δράση των συνδικάτων, τον περιορισμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, να ελαχιστοποιήσει την εργατική αντίσταση στους ραγδαία επιδεινούμενους για την εργατική τάξη όρους πώλησης της εργατικής της δύναμης. Γνωστή η τακτική του αστικού κράτους, που αφού εξαπολύσει μια έντεχνη και παρατεταμένη προπαγανδιστική επίθεση για να προετοιμάσει το έδαφος, στην συνέχεια περνά είτε στη συστηματική παραβίαση από πλευράς των μηχανισμών καταστολής των κατοχυρωμένων και νομοθετικά δικαιωμάτων είτε, όταν αισθάνεται πιο ισχυρό, ακόμη και στην κατάργηση τέτοιων διατάξεων.

Οι βασικοί άξονες που αναπαράγονται στα δημοσιεύματα σε συνδυασμό με τις σποραδικές  δηλώσεις του υπουργού εργασίας δίνουν τον τόνο των επερχόμενων ακόμη πιο αντιδραστικών αλλαγών:

Η γενίκευση της πρόβλεψης για «προσωπικό ασφαλείας» αντικειμενικά πλήττει τον πυρήνα του απεργιακού δικαιώματος, αφού ουσιαστικά η επιδίωξη είναι να μην σταματάει ή και να μην περιορίζεται η παραγωγή, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η παραγωγή υπεραξίας.

Η πρόβλεψη για ποινές στα συνδικάτα σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις λειτουργίας τους, ενώ για απεργίες που θα κηρύσσονται παράνομες ή/και καταχρηστικές εξετάζεται το ενδεχόμενο διεκδίκησης αποζημίωσης  από την πλευρά του εργοδότη. Η νομολογία σχετικά με το ζήτημα των παράνομων ή/και καταχρηστικών απεργιών τείνει να είναι πλέον παγία κι έτσι αντικειμενικά περιορίζεται το δικαίωμα στην απεργία, αφού πλέον πέραν της  απόλυσης του απεργού χωρίς αποζημίωση αφού θεωρείται ότι έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα, θα επικρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη και η αξίωση του εργοδότη να αποζημιωθεί.

Δρομολογείται επίσης η αλλαγή των χρονικών ορίων προστασίας των συνδικαλιστών από την απόλυση μετά την λήξη της θητείας τους, αλλά και η μείωση του αριθμού των μελών της διοίκησης που προστατεύονται με βάση τον αριθμό των μελών της οργάνωσης.

Αναφορικά με τις συγκεντρώσεις, ο νόμος λέγεται ότι θα ορίζει ότι  πρέπει να πραγματοποιούνται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, για τα οποία θα υπάρχει συμφωνία από πριν. Ταυτόχρονα, φημολογείται η κατάργηση της αφισοκόλλησης εντός των επιχειρήσεων και προβλέπεται ότι οι ανακοινώσεις των συνδικάτων θα αναρτώνται μόνο ηλεκτρονικά σε ιστότοπο που θα έχουν πρόσβαση όλοι οι εργαζόμενοι. Τον ιστότοπο θα παρέχει ο εργοδότης, με προφανή τον έλεγχο του.  

Επίσης λόγος γίνεται και για μείωση των συνδικαλιστικών αδειών. Το καθεστώς των συνδικαλιστικών αδειών λοιδορείται με πρωτοφανή ψέματα ή με επιλεκτικές καταγγελίες στον αστικό τύπο, που «πατούν»  πολλές φορές σε υπαρκτά φαινόμενα εκφυλισμού από τους εκπροσώπους του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού. Βέβαια, πίσω από τις κορώνες για τις συνδικαλιστικές άδειες,  κρύβεται η επιθυμία των εργοδοτών να αρθεί κάθε διευκόλυνση στους συνδικαλιστές, όχι βέβαια για να βελτιωθούν και να αντιμετωπιστούν τα εκφυλιστικά φαινόμενα, αλλά για να  τεθούν περισσότερα εμπόδια στις ταξικές  δυνάμεις που αξιοποιούν τις συνδικαλιστικές άδειες και τη συνδικαλιστική προστασία για να οργανώσουν την πάλη των εργαζομένων ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος του, ενάντια στον εκφυλισμένο και απαξιωμένο εργοδοτικό – κυβερνητικό συνδικαλισμό.

«Διαρθρωτική αλλαγή» και «ψηφιακό μετασχηματισμό στο συνδικαλιστικό κίνημα» ονομάζουν το Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Φορέων μέσω της «ΕΡΓΑΝΗ», για την καταγραφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Δηλώνουν ότι επιδιώκουν την  οργάνωση ενός μητρώου μελών για κάθε συνδικαλιστική οργάνωση με καταγραφή του ακριβούς αριθμού συμμετεχόντων σε αυτή. Την εγγραφή μάλιστα στο μητρώο φαίνεται να θέτουν ως προϋπόθεση για να υπογράφει η συνδικαλιστική οργάνωση Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Επιδιώκουν λοιπόν ένα γενικευμένο φακέλωμα, μία τεράστια βάση δεδομένων, εργαλείο που ανά πάσα στιγμή θα βρίσκεται στα χέρια της εργοδοσίας και του κράτους, γεγονός αντικειμενικά αποτρεπτικό για την συσπείρωση εργαζομένων στο σωματείο.

Κοινός άξονας όλων των παραπάνω αλλαγών είναι η ωμή επέμβαση κράτους και εργοδοσίας στην  λειτουργία και δράση των σωματείων, ο ακόμη μεγαλύτερος περιορισμός των συνδικαλιστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων και η αποτροπή κάθε εργαζόμενου να συσπειρωθεί στο σωματείο του υπό το άγρυπνο βλέμμα της εργοδοτικής τρομοκρατίας και της κρατικής καταστολής.

Τα αστικά ιδεολογήματα και η οπορτουνιστική – ρεφορμιστική γραμμή στο εργατικό κίνημα επιχειρούν –κρύβοντας τις καπιταλιστικές σχέσεις και την πραγματικότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης- να πείσουν τους εργαζόμενους ότι η αντιδραστικοποίηση του νομοθετικού πλαισίου είναι αποτέλεσμα επιλογών «κακών» κυβερνήσεων ή «κακών» υπουργών. Άλλες πάλι φορές πατώντας σε υπαρκτά προβλήματα εκφυλισμού,  που γεννά ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, δηλώνουν απροκάλυπτα την συμφωνία τους με τις ακόμη πιο αντιδραστικές ρυθμίσεις, στο όνομα δήθεν της «διαφάνειας», της «αποτελεσματικότητας» του συνδικαλισμού και του συνδικαλισμού της «πλειοψηφίας» και όχι δήθεν των «μειοψηφιών» στην λήψη αποφάσεων. Πρόκειται για μεγάλη απάτη, αφού το δίκαιο θεμελιώνεται πάνω στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και άρα στις καπιταλιστικές χώρες είναι αντικειμενικά αντιδραστικό και ανάλογα με την εκάστοτε ιστορική στιγμή και τα διαφορετικά δεδομένα της κάθε περιόδου,  χαλαρώνει –σπάνια βέβαια-  ή σφίγγει τη μέγγενη, συνήθως με την επίκληση του «εκσυγχρονισμού» του δικαίου.

Το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα και ο πόλος συσπείρωσής του, το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο, απαλλαγμένο από την αυταπάτη ότι η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό με τους νόμους τους θα προστατεύσουν τη δράση των διαφόρων μορφών οργάνωσης του προλεταριάτου, ξέρει καλά την θέση του απέναντι στην αλυσίδα της καπιταλιστικής παραγωγής, ξέρει καλά ότι δεν θα απαλλαγεί από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης μέσα στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης. Το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα στοχεύει σταθερά με την πάλη του όχι μόνο να αποτρέψει την ακόμα μεγαλύτερη αντιδραστικοποίηση των ρυθμίσεων, αλλά να αποσπάσει κατακτήσεις, ώστε να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης  που θα  οδηγήσει στην ανατροπή του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος, για να γίνει πραγματικότητα το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», που σημαίνει να έχει ο εργάτης και η εργάτρια σταθερή δουλειά και αξιοπρεπή διαβίωση, να καρπώνεται τον πλούτο που παράγει και να μην του τον κλέβουν, να έχει δωρεάν μόρφωση, υγεία, κοινωνική προστασία, να ψυχαγωγείται, να έχει ελεύθερο χρόνο.

 

 

 

 

Ομιλία του Δικηγόρου Ιορδάνη Προυσανίδη στην Εκδήλωση του ΠΑΜΕ για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα

«ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ»

_________________

Σε πέντε περίπου μήνες θα συμπληρωθούν 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Καλό είναι να θυμόμαστε το λόγο του μεγάλου επαναστάτη Ρήγα Φεραίου. Έλεγε: «Συλλογάται καλά, όποιος συλλογάται ελεύθερα».

Η γνώμη μου είναι ότι στην εποχή μας ο λόγος αυτός θα πρέπει να συμπληρωθεί. Να λέμε:

«Συλλογάτε καλά, όποιος συλλογάτε ελεύθερα και με γνώση.»

Προσέξτε: Γνώση, όχι πληροφορία. Η πληροφορία δεν είναι γνώση.

Προτάσσω ένα ιστορικό γεγονός. Αναδεικνύει και αποδεικνύει την ταξική αλληλεγγύη των αστικών τάξεων.

Η γαλλική επανάσταση του 1789 είχε ηγέτιδα δύναμη την αστική τάξη. Γεννήθηκε και ανδρώθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Πραγματοποίησε το ιστορικό της καθήκον, έχοντας την ενεργό σύμπραξη των αβράκωτων. Συντάχθηκαν κάτω από τη σημαία της.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Γάλλοι ηττήθηκαν. Οι Πρώσοι βάδιζαν στο Παρίσι. Οι αβράκωτοι, οι προλετάριοι, δηλαδή, του Παρισιού εξεγέρθηκαν. Όχι για να υπερασπιστούν αφηρημένα το Παρίσι, αλλά τα δίκαιά τους. Συνειδητοποίησαν ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο δια της δικής τους εξουσίας. Ύψωσαν, έτσι, την κόκκινη σημαία στο Δημαρχείο της πόλης κι’ άρχισαν οι 71 ημέρες της Παρισινής Κομμούνας.

Η αστική τάξη της Γαλλίας τρόμαξε. Συνειδητοποίησε ότι ο πραγματικός εχθρός της είναι η εργατική τάξη της Γαλλίας. Αν και ηττημένη από τους Πρώσους, προσέφυγε σ’ αυτούς. Ζήτησε να την συνδράμουν. Η Πρωσία δέχτηκε το αίτημα. Απελευθέρωσε περίπου 80.000 αιχμαλώτους Γάλλους στρατιώτες, οι οποίοι, στη συνέχεια, ρίχτηκαν κατά της Κομμούνας του Παρισιού και νικώντας την, πέρασαν από φωτιά και σίδερο την εργατική τάξη του. Αφού το πέτυχε αυτό, η αστική τάξη της Γαλλίας αποδέχτηκε την ήττα της από τους Πρώσους, υπέγραψε συνθήκη και κατέβαλε 600.000 χρυσά φράγκα αποζημίωση. Λέγεται από τους ιστορικούς ότι είναι η πρώτη άξια λόγου συσσώρευση κεφαλαίου για την βιομηχανική ανάπτυξη της Γερμανίας. Αυτό μάλιστα, είναι ταξική αλληλεγγύη.

Εύλογο το ερώτημα, γιατί αυτή η πρόταξη; Η απάντηση είναι πολύ εύκολη και γι’ αυτό απλή. Για να συνειδητοποιηθεί ότι η εργατική τάξη οφείλει να καταστεί τάξη για τον εαυτό της και να εκδηλώνει υπεύθυνα την ταξική της αλληλεγγύη.

Έχει ζόρια η αστική τάξη. Φαίνεται να είναι κυρίαρχη, να καλπάζει ξεσάλωτη. Έχει, όμως, ιστορική γνώση ότι η ταξική πάλη δεν ξορκίζεται με νόμους, ούτε με διατάγματα καταργείται. Γι’ αυτό παίρνει τα μέτρα της.

Η ελληνική αστική τάξη ασφυκτιά στο πλαίσιο του Συντάγματος, που οι πολιτικοί εκπρόσωποί της ψήφισαν το 1975. Δεν το θέλει το άρθρο 22. Ορίζει με την παράγραφο 1 ότι το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για την διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους μέσα στα όρια του νόμου. Δεν θέλει πια τη συνδικαλιστική ελευθερία, ούτε την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων. Όσον αφορά την επιφύλαξη ότι «μέσα στα όρια του νόμου» θ’ ασκείται η ελευθερία αυτή, δεν επιτρέπουν αυτά να την περιορίζουν και πολύ περισσότερο να την καταργούν. Αυτά ως ανάγνωση της διάταξης. Επιζητεί η αστική τάξη να φαίνεται ότι υφίσταται και ασκείται η συνδικαλιστική ελευθερία ως και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων. Άλλο το φαίνεται κι’ άλλο το τι θέλει. Θέλει τα συναφή με την άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και τα με αυτήν δικαιώματα να είναι γράμμα χωρίς περιεχόμενο.

Δεν θέλει ούτε το άρθρο 12 του Συντάγματος. Ορίζει η παράγραφος 1 ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια. Τι δεν θέλει; Δεν θέλει να συνιστούν σωματεία, συνδικαλιστικές, δηλαδή, οργανώσεις οι εργαζόμενοι καθορίζοντας αυτοί και μόνον αυτοί τους όρους λειτουργίας τους.

Οι διατάξεις που αναφέρθηκαν, δεν είναι παραχώρηση. Είναι απόσπαση, που επιτεύχθηκε και εξαιτίας της τότε πολιτικής κατάστασης – έξοδος από τη δικτατορική περίοδο 1967 – 1974. Εκτιμά σήμερα ότι η ιστορική συγκυρία άλλαξε υπέρ της και επιζητεί τρόπους που θα καταστήσουν άδειο πουκάμισο τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις. Θα το πετύχει; Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο από την εργατική τάξη. Ιστορικά, όσες φορές πέτυχε τον σκοπό της η αστική τάξη, τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν η κατάργηση της πάλης των τάξεων.

Γιατί όλα αυτά. Γιατί, δηλαδή, η προσπάθεια να καταστεί ένα άδειο πουκάμισο το συνδικαλιστικό δικαίωμα; Όποια απάντηση επιχειρήσει να δώσει ο εργαζόμενος, θα πρέπει να γνωρίζει ο ίδιος και συνολικά η εργατική τάξη ότι η αστική κοινωνία εδράζει τη λειτουργία της στην ανισότητα. Όλα τα αστικά Συντάγματα την κατοχυρώνουν, από το πρώτο, εκείνο της Γαλλικής Επανάστασης του 1789.

Η παρ. 5 του αρθρ 4 του Συντάγματος της χώρας ορίζει ότι οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Αναγνωρίζεται ότι οι Έλληνες πολίτες οικονομικά δεν είναι ίσοι. Νομικά είναι ίσοι. Η παράγραφος 2 ορίζει ότι οι Έλληνες και οι Έλληνιδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Πρόκειται για τη νομική ισότητα, η οποία χωρίς την οικονομική ισότητα, χιλιάδες χρόνια πριν έγραψε ο Διόδωρος Σικελιώτης, ακυρώνεται. Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα, γιατί υπάρχει η οικονομική ανισότητα. Η απάντηση είναι απλή. Επειδή η λειτουργία της αστικής κοινωνίας, όλη η παραγωγική της διαδικασία, εδράζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Οφείλεται στη σχέση του ανθρώπου με τα μέσα παραγωγής. Ο ιδιοκτήτης είναι ο εκμεταλλευτής και ο χειριστής είναι ο εκμεταλλευόμενος. Ο εκμεταλλευτής πληρώνει το μεροκάματο και καρπώνεται την υπεραξία.

Σημειώστε, για να μην υπάρχει παρεξήγηση, η εισφορά στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις είναι πρόοδος σε σχέση με τη δεκάτη, τον κατακεφαλήν φόρο που ίσχυε στη φεουδαρχική κοινωνία.    

Ιστορικά, τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα στο παρελθόν. Για να λειτουργήσουν οι εργάτες συνδικαλιστικά, ίδρυαν σωματεία με διακριτό τίτλο το όνομα κάποιου αγίου, τον οποίο αναγόρευαν προστάτη του επαγγέλματός τους. Με το πρόσχημα ότι τιμούν τον άγιο προστάτη τους, πρόβαλαν δικαιώματα και διεκδικούσαν να ικανοποιηθούν. Η παγκόσμια ιστορία επιβεβαιώνει ότι πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε το θρησκευτικό ένδυμα για τη διεξαγωγή ταξικών αγώνων. Κορυφαία καταγραφή γίνεται στο έργο του Ένγκελς «Ο πόλεμος των χωρικών».

Στη χώρα μας ρυθμίστηκε νομικά το ζήτημα με ίδρυση σωματείων το 1914, με τον Ν. 281/1914 Είχε προηγηθεί η αναθεώρηση, το 1911, του Συντάγματος. Ήταν αποτέλεσμα του κινήματος στο Γουδί. Τα όργανα, όμως, του κράτους, είχαν δικαίωμα να ελέγχουν της διοικήσεις των σωματείων, ακόμη και να τις παύσουν – όλα τα μέλη ή κάποια. Όχι μόνο να τα παύσουν, αλλά και να τα εκτοπίζουν. Η δίωξη συνδικαλιστικών στελεχών, πρωτοπόρων εργατών, η καταδίκη τους και η εξόρισή τους ήταν πραγματικότητα. Τα γεγονότα, μάλιστα, του ’36  στη Θεσσαλονίκη κατατρόμαξαν την αστική τάξη, η οποία δια των πολιτικών της εκφραστών – Κόμμα Φιλελευθέρων και Λαϊκό Κόμμα – επίσπευσε και επέβαλε στις 6 Αυγούστου του 1936 την δικτατορία του Μεταξά. Και τι δεν έγινε την περίοδο εκείνη. Για ν’ απαλλαγούν από τα σωματεία, ίδρυσαν κρατικά συνδικαλιστικά σωματεία. Η αστική τάξη άλλη μία φορά κατατρόμαξε στα μετά την κατοχή χρόνια. Αν δεν είχε την ταξική αλληλεγγύη της αστικής τάξης της Αγγλίας, η οποία έμπρακτα με στρατό την συνέδραμε, και στη συνέχεια των ΗΠΑ δεν θα είχε νικήσει.

Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκες, εκτοπίσεις, εκτελέσεις ήταν στην ημερησία διάταξη. Μέχρι και λήψη πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων επέβαλαν για να δουλέψει κάποιος ακόμα και ως καντηλάφτης ή νεκροθάφτης. Για το τι γινόταν στο συνδικαλιστικό κίνημα αρκούν δύο αναφορές. Η εκπαραθύρωση του Γενικού Γραμματέα της Γ.Σ.Ε.Ε. και το δίδυμο Μακρής – θεοδώρου.       

Διαχρονικά αυτό γίνεται. Γίνεται, επειδή η ταξική πάλη είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης τάξεων στην αστική κοινωνία. Μόνο η τάξη των εκμεταλλευομένων, απαλλοτριώνοντας τους εκμεταλλευτές της, καταργεί, γενικά, τις τάξεις. Όρος είναι η κατάργηση της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και η μετατροπή της σε κοινωνική ιδιοκτησία.

Στα μετεμφυλιακά χρόνια, που τάσκιαζε η φοβέρα, το συνδικαλιστικό κίνημα δεν υποτάχθηκε. Έμεινε στην ιστορία η δυναμική των 115 συνεργαζόμενων σωματείων. Αυτά οργάνωναν και συντόνιζαν τους αγώνες. Αυτά αναγνωρίζονταν από τους εργαζομένους ως συνδικαλιστικές οργανώσεις τους. Αυτά αποδυνάμωσαν τον κυβερνητικό – εργοδοτικό συνδικαλισμό. Αυτά αδιαφόρησαν για το συνδικαλιστικό Τμήμα της Ασφάλειας και σ’ αυτά χρωστάει μέρος της δυναμικής του το συνδικαλιστικό κίνημα, που καταγράφηκε στα χρόνια μετά την αντικατάσταση της δικτατορικής εξουσίας από την κοινοβουλευτική. Έμεινε στην ιστορία το περίγελο του Ν. 330 και ο Υπουργός Εργασίας που δήλωσε ότι καταργείται η πάλη των τάξεων. Καρπός των αγώνων εκείνων είναι και ο Ν. 1264/1982. Ο νόμος αυτός, δεν βολεύει, πια, την αστική τάξη. Δεν τολμούν να τον καταργήσουν. Επέλεξαν να τον ακυρώσουν με τις συνεχείς τροποποιήσεις του.

Είναι αλήθεια ότι διαχρονική είναι η επιδίωξη να εισέλθουν στην εσωτερική λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Έχει ήδη επιβληθεί η απόφαση κήρυξης απεργίας να λαμβάνεται από το 50% των μελών. Το επέβαλαν αυτό στο όνομα της δημοκρατικής λειτουργίας, εννοώντας ότι εκείνο που ίσχυε ήταν αντιδημοκρατικό. Παράβλεψαν ότι η συνδικαλιστική λειτουργία σημαδεύεται από μία πρωτοπορία. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών, εκείνο που επιδιώκει η πρωτοπορία είναι η μέγιστη αποδοχή των προτάσεών της από τους εργαζόμενους του κλάδου, από το σύνολο της εργατικής τάξης. Είναι όρος για την μαζικοποίηση των συνδικάτων. Η πρωτοπορία των συνδικαλισμένων οικοδόμων επέβαλε τη μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας και το πενθήμερο. Αργότερα, υιοθετήθηκαν από σ.σ.ε και τέλος από τον νομοθέτη.

Γνωρίζει η αστική τάξη ότι η δυναμική που μπορεί να εκδηλωθεί δεν είναι από το ποσοστό που συγκεντρώνει η πρόταση κήρυξης απεργίας. Γνωρίζει ότι η πλειοψηφία των εργαζομένων δεν είναι μέλη των συνδικαλιστικών σωματείων. Θα έπρεπε, επομένως, να μην ανησυχεί, αν τα μέλη συνδικαλιστικής οργάνωσης αποφασίζουν την κήρυξη απεργίας. Ανησυχεί, όμως. Γιατί; Επειδή στην απεργία μετέχουν και εργαζόμενοι που δεν είναι μέλη ή είναι μέλη, αλλά δεν συμμετείχαν στη Γενική Συνέλευση για να ψηφίσουν. Η συμμετοχή στην απεργία είναι η αρχή της ενεργοποίησης της δυναμικής που έχει η μάζα των εργαζομένων. Αν, επομένως, δυσκολέψουν και ακόμη περισσότερο, ματαιώσουν την λήψη απόφαση κήρυξης απεργίας, θα δυσκολεύει το ενδεχόμενο ανάπτυξης της δυναμικής από το σύνολο των εργαζομένων του κλάδου. Γι’ αυτό ψήφισαν την λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας από το 50% των μελών.       

Και πάλι φοβάται η αστική τάξη. Φοβάται δραστήρια μέλη διοικήσεων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους πρωτοπόρους. Για την αντιμετώπιση του φόβου αυτού επιζητεί να έχει κι’ έτσι ν’ αναγνωρίζουν οι μηχανισμοί του κράτους της συνδικαλιστικά σωματεία μόνο εκείνα που θα είναι κατοχυρωμένα στο σχετικό μητρώο. Η δικτατορία του Μεταξά συνέστησε τα κρατικά συνδικάτα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία θέλει να είναι συνδικαλιστικές οργανώσεις μόνο εκείνες που καταχωρήθηκαν στο βιβλίο μητρώου, που θα τηρείται στο Υπουργείο Εργασίας. Η διαφορά έγκειται στο άμεσο και έμμεσο. Η δικτατορική άσκηση της εξουσίας της αστικής τάξης επέλεξε τον άμεσο τρόπο. Η κοινοβουλευτική άσκηση της εξουσίας επέλεξε τον έμμεσο.

Και πάλι η αστική τάξη φοβάται. Φοβάται την αυτοθυσία των ταξικά συνειδητοποιημένων εργατών, την δράση τους. Για να την ματαιώσει εισάγει δια των πολιτικών της εκπροσώπων την τηλεσυμμετοχή στη Γενική Συνέλευση και την τηλεψηφοφορία. Επιδιώκει να αποδυναμώσει μέχρι και να ματαιώσει την φυσική παρουσία στις Γενικές Συνελεύσεις, στις ψηφοφορίες. Επιζητεί να ενεργοποιήσει με παθητικό τρόπο τον αδιάφορο εργαζόμενο, τον ασυνειδητοποίειτο. Εκμεταλλεύεται την πανδημία και εισάγει στη λειτουργία των σωματείων την χρήση νέων τεχνολογιών. Επιδιώκει την άλωση του συνόλου των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Την Γενική Συνέλευση των μελών δεν την θέλει. Δεν την θέλει, επειδή σ’ αυτήν εκφέρονται οι λόγοι, οι προτάσεις, η επιχειρηματολογία, η κίνηση των ιδεών. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στην ψηφοφορία.

Επιζητεί η πολιτική της αστικής τάξης να καταστήσει τα συνδικάτα μηχανισμούς, που λειτουργούν συμπληρωματικά με τους μηχανισμούς του κράτους. Γι’ αυτό η τηλεσυμμετοχή στις συνελεύσεις, η τηλεψηφοφορία, η αυξημένη πλειοψηφία για την κήρυξη απεργίας. Γνωρίζει ότι αν εκμεταλλευτεί τον ασυνειδητοποίητο, τον αδιάφορο εργαζόμενο, θα τα καταφέρει. Είναι οι πολλοί. Ενώ οι δραστήριοι, οι πρωτοπόροι είναι οι λίγοι. Λίγοι αριθμητικά, πολλοί ως πράξη. Την πράξη τους θέλει να ματαιώσει. Αντί να κανοναρχεί και αντί να διαθέτει στελέχη της η εργοδοσία να οδηγούν σε γενικές συνελεύσεις εργαζόμενους της, με τα «τηλέ» θα ελέγχει από το χώρο εργασίας και θα επιβάλει εκείνο που την εξυπηρετεί.  Να ψηφίζει έτσι ή αλλιώς ο εξαρτημένος υπάλληλος, ο εργαζόμενος, γενικά. Δεν θα εξασφαλιστεί ποτέ το ανόθευτο της τηλεψηφοφορίας. Θ’ αναδειχτεί, έτσι, η επιθυμητή συνδικαλιστική ηγεσία σε σωματεία, εργατικά κέντα, ομοσπονδίες, τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και με την αρχή της πλέον αντιπροσωπευτικής οργάνωσης – με κριτήριο τον αριθμό των ψηφισάντων –, σε συνδυασμό με το μητρώο συνδικαλιστικών οργανώσεων, θ’ αναδεικνύεται ο επίσημος συνομιλητής.

Σ’ όλα τα παραπάνω οδηγούν όλα όσα διαρρέονται ότι ετοιμάζουν. Επιζητείται να δυσκολέψει η διεξαγωγή της ταξικής πάλης. Να ματαιωθεί, να παύσει να υπάρχει, το γνωρίζει πολύ καλά η αστική τάξη ότι είναι αδύνατο. Αδύνατο, επειδή η ταξική κοινωνία την γεννά. Όλα αυτά καταλύουν την αυτοτέλεια των σωματείων – συνδικαλιστικών οργανώσεων. Συνιστούν την παρέμβαση του αστικού κράτους στα συνδικάτα. Τι μπορεί να πει η δικαιοσύνη, είναι άγνωστο, Ό,τι κι’ αν πει ή δεν πει, το βέβαιο είναι ότι τα άρθρα 22 και 12 του Συντάγματος αποχυμοποιούνται. Ένα άδειο πουκάμισο θα καταστούν.          

Ασφυκτιά η αστική τάξη, παγκόσμια, κι’ ας μην φαίνεται. Το φάντασμα που πλανάται στον ουρανό δεν πτοείται. Αντίθετα, φοβίζει. Γι’ αυτό ακυρώνεται η ουσία συνταγματικών διατάξεων και συμβάσεων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας. Η Ιστορία διδάσκει ότι η όποια επιτυχία της αστική τάξης είναι πρόσκαιρη., Αργά ή γρήγορα θα έρθει η ώρα μηδέν. Και τότε ο καθείς στο έργο του, που λέει ο ποιητής. 

Άνοιγμα της εκδήλωσης του ΠΑΜΕ για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα στις 29.10

Συναδέλφισσες-συνάδελφοι καλησπέρα,

Σας καλωσορίζουμε στην ευρεία αυλή του σωματείου μας, του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας που του χρόνου συμπληρώνει 130 χρόνια ζωής και δράσης.

Το σωματείο μας όλο αυτό το διάστημα και σε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες για το λαό μας αλλά και για τους λαούς όλου του κόσμου, βγήκε από την πρώτη στιγμή μπροστά με διεκδικητική, αγωνιστική δράση προσπαθώντας να προστατέψει την υγεία των εργαζομένων του κλάδου από την πανδημία αλλά και από την ισχυρή αντεργατική λαίλαπα που συνοδεύεται σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας.

Οι εμποροϋπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στα super market, στις αποθήκες είναι ένα τμήμα εργαζομένων που στο πρώτο κύμα της πανδημίας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Χειροκροτήθηκαν ως «ήρωες» ψεύτικα και υποκριτικά από αρκετούς, όμως από τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας εκφράστηκε η γνήσια ειλικρινής αναγνώριση, η πραγματική αλληλεγγύη, μέσα στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας.

Όλο αυτό το διάστημα μπήκαμε μπροστά για την προστασία και την υγεία των συναδέλφων μας. Διεκδικήσαμε και διεκδικούμε μέτρα στην υγεία, στήριξη του δημόσιου συστήματος, με προσλήψεις γιατρών, νοσηλευτών, με ανανέωση του τεχνικού εξοπλισμού, με επίταξη των ιδιωτικών κλινικών. Παράλληλα προσπαθούμε να είμαστε παντού, όπου προκύπτουν κρούσματα σε χώρους δουλειάς, διεκδικώντας μέτρα προστασίας και υγιεινής, δωρεάν τεστ για όλους τους εργαζόμενους.

Το σωματείο μας, μαζί με άλλες πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις βρεθήκαμε παράλληλα στην πρώτη γραμμή του αγώνα για να αντιμετωπίσουμε τα συνοδευτικά μέτρα που με αφορμή την πανδημία, ήρθαν για να μείνουν, είναι βαριά και ασήκωτα για τη ζωή των εργαζομένων. Είναι μέτρα που ήταν ήδη στο πρόγραμμα της κυβέρνησης, και σήμερα έρχονται εσπευσμένα στη ζωή με συνεχή νομοσχέδια και ΠΝΠ, ξηλώνοντας εκατοστό-εκατοστό τα εργατικά δικαιώματα.

Ιδιαίτερα στον κλάδο μας έχουμε να αντιμετωπίσουμε το γενικευμένο καθεστώς με τις αναστολές συμβάσεων, το πρόγραμμα ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ που διαλύει μισθούς και συλλογικές συμβάσεις, την πλήρη επέκταση της ευελιξίας σε έναν κλάδο έτσι κι αλλιώς που η ελαστικότητα κυριαρχεί, την εντατικοποίηση της εργασίας. Όλα τα παραπάνω μαζί με πιο συνολικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης που επηρεάζουν τη ζωή μας και το λαϊκό εισόδημα όπως τα προγράμματα εργασίας με μισθούς των 200€, η φορολογία, οι πλειστηριασμοί, το συνεχές χτύπημα των ασφαλιστικών δικαιωμάτων μας προκαλούν βαριά πλήγματα στη ζωή της εργατικής-λαικής οικογένειας.

Συνάδελφες-οι,

Η ένταση της καταστολής απέναντι στους εργατικούς-λαϊκούς αγώνες, η προσπάθεια χειραγώγησης και ελέγχου των σωματείων, η συζήτηση που εντείνεται μέσω κυβερνητικών διαρροών ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες όσον αφορά τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και την οργάνωση των εργαζομένων, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αποκομμένο κομμάτι της αντεργατικής επίθεσης.

Η διεκδίκηση του εργάτη απέναντι στον αφεντικό του, η προάσπιση των εργαζομένων από τα σωματεία τους απέναντι στην εργοδοτική επίθεση και αυθαιρεσία, γίνεται συντεταγμένη προσπάθεια από κράτος και την εργοδοσία για να χτυπηθεί.

Οι διαρροές που βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας τις τελευταίες μέρες δίνουν τον τόνο και προσανατολισμό της νέας κυβερνητικής επίθεσης που προετοιμάζεται με νέο αντεργατικό νομοσχέδιο, με νέα αντεργατικά μέτρα που τμήμα αυτών θα είναι η κρατική παρέμβαση στα συνδικάτα, στις συνδικαλιστικές ελευθερίες.

Δε θα μας αιφνιδιάσουν! Οργανωμένα, ταξικά, αγωνιστικά θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη συνολική απάντηση απέναντι στο νέο αντεργατικό νομοσχέδιο που τσακίζει εργατικά δικαιώματα και παράλληλα γίνεται προσπάθεια να καταστείλει κάθε δίκαιη φωνή που αγωνίζεται για τις σύγχρονες ανάγκες, για ζωή και δουλειά με δικαιώματα.

Σε αυτά τα πλαίσια πήραμε τη σημερινή πρωτοβουλία για την πραγματοποίηση εκδήλωσης με θέμα «Νέος συνδικαλιστικός νόμος: Η συνδικαλιστική δράση, η οργάνωση και τα δικαιώματα των εργαζομένων στο στόχαστρο κυβέρνησης και εργοδοσίας», προσπαθώντας να φωτίσουμε πλευρές για τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης για νέο συνδικαλιστικό ιδιώνυμο, για την ενίσχυση της παρεμπόδισης στην οργάνωση της πάλης των εργαζομένων, στην προσπάθεια της για να αποτραπούν ακόμα και οι ελάχιστες διεκδικήσεις, να περάσουν όλες οι αναγκαίες για την κερδοφορία του κεφαλαίου μεταρρυθμίσεις, με το εργατικό κίνημα δεμένο χειροπόδαρα.

Στη σημερινή εκδήλωση πέρα προγραμματισμένες θεματικές ομιλίες θα υπάρχει δυνατότητα και για επιπλέον παρεμβάσεις.

Δίνουμε κατευθείαν το λόγο στον πρώτο ομιλητή, τον……