Στοχευμένη και εκδικητική μετακίνηση ιατρού του «Αττικόν» Να ανακληθεί άμεσα η απόφαση!
Το Σωματείο Εργαζομένων του Νοσοκομείου «Αττικόν» καταγγέλλει την αιφνιδιαστική εντολή μετακίνησης προς το πρώην Λοιμωδών, ενός από τους παλιότερους ιατρούς ΕΣΥ, που υπηρετεί στο νοσοκομείο μας από την ίδρυση του, του Διευθυντή ΕΣΥ Νεφρολόγου Σπύρου Κατσούδα.
Η ενέργεια αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τα κίνητρα της Διοίκησης και ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται για στοχευμένη και εκδικητική πρακτική εις βάρος του συναδέλφου αφού:
- Η απόφαση για τη μετακίνηση ελήφθη παρά την ύπαρξη σχετικής αίτησης άλλης Νεφρολόγου του ΠΓΝ Αττικόν η οποία είχε εκφράσει επιθυμία μετακίνησης προς το Λοιμωδών.
- Συνδέεται με τη διεκδίκηση του συναδέλφου για εφαρμογή της δικαστικής απόφασης που ορίζει ρητά πως το Νεφρολογικό Τμήμα, ως τμήμα του Εθνικό Σύστημα Υγείας, οφείλει να έχει επιστημονικό υπεύθυνο ιατρό κλάδου ΕΣΥ και όχι Πανεπιστημιακό Καθηγητή. Παρά το γεγονός ότι από τον Αύγουστο του 2024 έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί η σχετική δικαστική απόφαση, δεκαοκτώ μήνες μετά, η Διοίκηση, η 2η ΥΠΕ και το Υπουργείο Υγείας κάνουν τα στραβά μάτια και δε την εφαρμόζουν γεγονός το οποίο καταδικάζει και ο Συνήγορος του Πολίτη.
Κύριοι του Υπουργείου, της 2ης ΥΠΕ και της Διοίκησης,
Έτσι σκοπεύετε να ανοίξετε το Λοιμωδών; Μετατρέποντας το σε παράρτημα του Αττικόν για τους ανεπιθύμητους και όσους διεκδικούν το δίκιο τους; Κραδαίνετε δικαστικές αποφάσεις όποτε σας συμφέρουν και αρνείστε την εφαρμογή τους όταν αυτές δεν σας συμφέρουν; Οι γιατροί που υπηρετούν στο νοσοκομείο από την πρώτη μέρα που άνοιξε δεν έχουν ούτε στοιχειώδη δικαιώματα μπροστά στους «λίγους και εκλεκτούς Πανεπιστημιακούς διευθυντές»; Λίγη ΝΤΡΟΠΗ δεν υπάρχει;
Το Σωματείο Εργαζομένων απαιτεί την άμεση ανάκληση της εντολής μετακίνησης.
Αν δεν ανακληθεί η απαράδεκτη αυτή απόφαση προχωράμε σε κινητοποίηση την Τρίτη 24 Μαρτίου στις 2 το μεσημέρι στη Διοίκηση και σε πιο δυναμικές κινητοποίησεις.
Καλούμε τη Διοίκηση της 2ης Υ.Πε. και την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να διασφαλίσουν χωρίς άλλη καθυστέρηση εφαρμογή της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.

