Παρέμβαση της Δικηγόρου Χαρά Μαρκατσέλη στην εκδήλωση του ΠΑΜΕ για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα

0
image_pdfimage_print

Η επέμβαση στην λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, η  παρεμπόδιση της συνδικαλιστικής δράσης, η επιβολή «σιγής νεκροταφείου» στους χώρους δουλειάς, αποτελεί διαχρονικό στόχο του κεφαλαίου και μάλιστα από τα πρώτα κιόλας βήματα της οργάνωσης των εργαζομένων.

            Τα τελευταία χρόνια, μέσα σε συνθήκες υποχώρησης του εργατικού –  συνδικαλιστικού κινήματος, κράτος και εργοδοσία έχουν εξαπολύσει μία λυσσαλέα επίθεση απέναντι στα εργατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, έχοντας το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στο σήμερα, αλλά και στην αυριανή ημέρα.

Βασικός στόχος της επίθεσης αυτής είναι και το δικαίωμα στην απεργία, που αποτελεί μία από τις κορυφαίες διεκδικητικές μορφές της ταξικής πάλης. Είναι ένα από τα ισχυρότερα όπλα που διαθέτει ο εργάτης απέναντι στον κεφαλαιοκράτη, αφού προσωρινά παύει να θέτει στην διάθεσή του την εργατική του δύναμη -χωρίς την οποία είναι αδύνατη η συνέχιση της παραγωγής- καταργώντας έτσι την δυνατότητα κέρδους από την εκμετάλλευση της υπεραξίας της εργατικής δύναμης, που αποτελεί βασικό όρο ύπαρξης του κεφαλαίου. 

            Η απεργία, όπως είναι φυσικό, πρώτα διαμορφώθηκε σαν μία πραγματικότητα της ταξικής πάλης, χωρίς να γνωρίζει νομική ρύθμιση. Από την άποψη αυτή, αντιμετωπίσθηκε εξαρχής από τους κεφαλαιοκράτες, το κράτος τους και το αστικό δίκαιο σαν παράνομη πράξη, που αντιμετωπίζεται με βίαιο και πολλές φορές δολοφονικό τρόπο από τις δυνάμεις καταστολής του αστικού κράτους και τους ιδιωτικούς στρατούς της εργοδοσίας.

Η αναγνώριση της απεργίας ως εργατικού δικαιώματος στην νομοθεσία των αστικών κρατών ήταν αποτέλεσμα της σκληρής και τις περισσότερες φορές αιματηρής πάλης της εργατικής τάξης.

Η νομοθετική όμως αναγνώριση του δικαιώματος στην απεργία, συνοδευόταν πάντοτε από ασφυκτικούς όρους και περιορισμούς. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να  είναι διαφορετικά, αφού το αστικό δίκαιο -τμήμα του οποίο είναι και το εργατικό δίκαιο- πάντοτε θα εκφράζει τις εκμεταλλευτικές καπιταλιστικές σχέσεις και τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών. Γι’ αυτό και οι όποιες νομοθετικά κατοχυρωμένες κατακτήσεις του ταξικού εργατικού κινήματος είναι ανεπαρκείς, προσωρινές και εξαρτώνται πάντοτε από το επίπεδο της ταξικής πάλης και τον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

  Στην Ελλάδα, ρητή συνταγματική αναφορά για την απεργία υπάρχει για πρώτη φορά στο σύνταγμα του 1975, ενώ ο βασικός συνδικαλιστικός νόμος που καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις άσκησης του απεργιακού δικαιώματος είναι ο Νόμος 1264/1982.

Ωστόσο ο συγκεκριμένος νόμος, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του ελληνικού δικαιϊκού συστήματος, όχι απλά δεν διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση του απεργιακού δικαιώματος, αλλά απεναντίας εισάγει σημαντικούς περιορισμούς και εμπόδια σχετικά με την άσκησή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: α) Η συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητα πολιτικής επιστράτευσης των απεργών από το κράτος, β) Ο αντιδραστικός – αντεργατικός νόμος 330/1976, ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα για τους ναυτεργάτες, γ) Η υποχρέωση ενημέρωσης του εργοδότη προ 24 ωρών για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και προ 4 ημερών για τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που δυσχεραίνει την πραγματοποίηση απεργιακών κινητοποιήσεων, δ) Οι περιορισμοί στο πλαίσιο των αιτημάτων, ε) Οι περιορισμοί στην απεργία αλληλεγγύης, στ) Η απαγόρευση ουσιαστικά της απεργίας που έχει αμιγώς πολιτικά αιτήματα, ζ) η κήρυξη της απεργίας μόνο από δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες οργανώσεις προκειμένου για δημοσίους υπαλλήλους και υπαλλήλους ΟΤΑ, η) η  κατ’ εξαίρεση –ακόμη και αυθημερόν- συζήτηση των αγωγών της εργοδοσίας για να κηρυχθεί μία απεργία παράνομη και καταχρηστική, παρά την τυπική απαγόρευση της άσκησης ασφαλιστικών μέτρων, θ) ο τυπικός αποκλεισμός των εργολαβικών εργαζόμενων κι άλλων εργαζόμενων με ευέλικτες μορφές εργασίας, όπως της μαθητείας, της πρακτικής άσκησης κ.λ.π., από το δικαίωμα στην απεργία.

Με βάση μάλιστα τις διατάξεις του ίδιου αυτού Νόμου, 9 στις 10 δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν απεργιακές κινητοποιήσεις, τις κηρύσσουν παράνομες ή/και καταχρηστικές και μάλιστα με τέτοιο τρόπο που να απαγορεύεται να ξαναπραγματοποιηθούν με τα ίδια αιτήματα.

Κι αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την εργοδοτική τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς, η οποία εκδηλώνεται με ποικιλόμορφους τρόπους (ωμοί εκβιασμοί της εργοδοσίας, παρεμπόδιση συνδικαλιστικής δράσης, απολύσεις για συνδικαλιστικούς λόγους κ.α.), την ποινικοποίηση και καταστολή των εργατικών και λαϊκών αγώνων, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως οι έννοιες της συνδικαλιστικής ελευθερίας και δράσης αποτελούν στην πραγματικότητα κενό γράμμα του νόμου.

Πάνω σε αυτό ακριβώς το αντιδραστικό νομοθετικό πλαίσιο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, με την απεργοκτόνα διάταξη Αχτσιόγλου, έδωσε ένα ακόμη χτύπημα στο δικαίωμα στην απεργία. Νομοθέτησε την  υποχρεωτική παρουσία του ½ τουλάχιστον των οικονομικά τακτοποιημένων μελών, για την λήψη απόφασης για απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Εκεί ακριβώς δηλαδή, που βρίσκεται η καρδιά του εργατικού κινήματος, στους τόπους δουλειάς και που γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι εκβιασμοί και οι απειλές της εργοδοσίας, οι προσπάθειες παρεμπόδισης της οργάνωσης και της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων  είναι πιο έντονες από οπουδήποτε αλλού.

Και σήμερα η κυβέρνηση της Ν.Δ., παίρνοντας επάξια την σκυτάλη από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ετοιμάζεται να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στο απεργιακό δικαίωμα.

Με βάση τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, στις διατάξεις που ετοιμάζει να φέρει προς ψήφιση η κυβέρνηση, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

– το ηλεκτρονικό «φακέλωμα» των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των μελών τους

– περιορισμοί στον τόπο, αλλά και στον χρόνο διεξαγωγής των συγκεντρώσεων, σε συνέχεια του νόμου – εκτρώματος για τον περιορισμό των διαδηλώσεων

– βαριές ποινές και πρόστιμα στα σωματεία και αποζημίωση της εργοδοσίας,  για τις απεργίες που θα κριθούν παράνομες και καταχρηστικές, δίνοντας ένα ακόμη όπλο στους εργοδότες, που θα εκβιάζουν και θα τρομοκρατούν του εργαζόμενους και τα σωματεία με οικονομική εξόντωση

– και βεβαίως εφαρμογή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για την λήψη απόφασης για απεργία.

Η κατοχύρωση μάλιστα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, η οποία έχει ήδη προβλεφθεί αρχικά με τον Νόμο 4635/2019, αλλά και με ΠΝΠ εν μέσω πανδημίας, υπηρετεί έναν βαθύτερο και διαχρονικό στόχο του κεφαλαίου και των κομμάτων που το υπηρετούν.

Η ηλεκτρονική ψηφοφορία, ανοίγει καταρχάς τον δρόμο στην άμεση παρέμβαση της εργοδοσίας στις συλλογικές διαδικασίες των σωματείων, αφού πλέον ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του, θα μπορούν να παρεμβαίνουν ευθέως κι άμεσα στην διαμόρφωση της ψήφου των εργαζομένων, υπονομεύοντας έτσι το απεργιακό δικαίωμα και στρώνοντας το δρόμο για την ένταση της εργοδοτικής τρομοκρατίας, των απειλών κι εκβιασμών της εργοδοσίας. Τα όποια επιχειρήματα αξιοποιεί ή θα αξιοποιήσει η κυβέρνηση πλησιάζοντας στην ψήφιση του νομοσχεδίου, όπως για παράδειγμα ότι η εφαρμογή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας σημαίνει «περισσότερη δημοκρατία» στο συνδικαλιστικό κίνημα, κινούνται σε μία σφαίρα εκτός πραγματικότητας. Γιατί σε ένα σύστημα που κυριαρχεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, σε μία κοινωνία ταξικά διαιρεμένη,  η δημοκρατία είναι ταξική, είναι της τάξης που εξουσιάζει, δηλαδή της αστικής. Η πραγματική έλλειψη δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς, δεν βρίσκεται πουθενά αλλού, παρά στο γεγονός ότι μια χούφτα κεφαλαιοκράτες πλουτίζουν από τον μόχθο της εργατικής τάξης, κλέβοντας τον πλούτο που παράγει.

Πέρα όμως από τα ζητήματα ασφάλειας και γνησιότητας των ψηφοφοριών που δικαιολογημένα εγείρει η ηλεκτρονική ψηφοφορία, το κύριο και βασικό είναι ότι υπονομεύει την ίδια την λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Βάζει στο στόχαστρο την συλλογική δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων, τις ζωντανές διαδικασίες τους, με φυσική παρουσία των εργαζομένων, ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων, συλλογική απόφαση και διαμόρφωση των αιτημάτων, των μορφών δράσης κ.λ.π. Θέλουν να διαμορφώσουν εργαζόμενους απομονωμένους από κάθε έννοια συλλογικής δράσης, να κόψουν τους δεσμούς των ίδιων των εργαζόμενων  μεταξύ τους, να θέσουν εμπόδια στην συλλογική τους έκφραση, στην συλλογική οργάνωση της πάλης τους απέναντι στην εργοδοσία και στο κεφάλαιο. Κι από κοντά βέβαια, ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός που με δηλώσεις του τύπου: «η απεργία τα ΄φαγε τα ψωμιά της», ρίχνει νερό στον μύλο των προωθούμενων αντεργατικών μέτρων.

Η επίθεση που ετοιμάζει η κυβέρνηση στο απεργιακό δικαίωμα, υλοποιώντας τις απαιτήσεις του ΣΕΒ και του μεγάλου κεφαλαίου,  δεν είναι καθόλου τυχαία. Κι αυτό γιατί οι συλλογικοί αγώνες των εργαζομένων και ειδικά η απεργία, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο κάθε φορά αποτέλεσμά τους, οδηγούν σε αυτό που με τρόμο απεύχεται η αστική τάξη της χώρας μας, όπως και οι αστικές τάξεις όλων των χωρών. Οδηγούν τους εργαζόμενους στην συνειδητοποίηση της ταξικής αντίθεσης με την καπιταλιστική εργοδοσία και το κεφάλαιο, στην  αφύπνιση των συνειδήσεων και στην συνειδητοποίηση της δύναμης που απορρέει από την οργανωμένη συλλογική πάλη των εργαζομένων, η οποία στο βαθμό που θα συνδέεται και με την πάλη για την εξουσία θα δείχνει τον δρόμο της απελευθέρωσης των εργαζομένων από την εκμετάλλευση.

Έτσι λοιπόν, ο «εκδημοκρατισμός» και «εκσυγχρονισμός» του συνδικαλιστικού κινήματος, που διαφημίζει η κυβέρνηση, δεν είναι παρά η εκ βαθέων υπονόμευση του συνδικαλιστικού κινήματος και του ίδιου του πυρήνα της συλλογικής οργάνωσης και δράσης των εργαζομένων.

Μία ακόμα μεγάλη κατάκτηση της εργατικής τάξης, που έχει βρεθεί στο στόχαστρο της επίθεσης του κεφαλαίου τα τελευταία χρόνια, είναι και ο θεσμός των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας γεννήθηκαν από την ανάγκη βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης από την εκμετάλλευση των εργοδοτών κι επιβλήθηκαν μέσα από σκληρούς απεργιακούς αγώνες. Η νομοθετική τους κατοχύρωση αποτελούσε την νομική αναγνώριση της συλλογικής δύναμης της εργατικής τάξης να διαπραγματεύεται τους όρους πώλησης της εργατικής της δύναμης.

            Η επίθεση της ΕΕ και όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, ανέτρεψε όλο το νομικό πλαίσιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που είχε σταδιακά κατακτηθεί από το εργατικό κίνημα της χώρας μας, με αποτέλεσμα σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων να μην καλύπτεται από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και να βρίσκεται στο έλεος της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Σήμερα λοιπόν και με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις συναντούν πολλά εμπόδια στο να διαπραγματευθούν όρους που ανέκαθεν αποτελούσαν αντικείμενο μίας Σ.Σ.Ε., όπως για παράδειγμα την τιμή που οι εργαζόμενοι πουλάνε την εργατική τους δύναμη, αφού πλέον ο κατώτερος νόμιμος μισθός και ημερομίσθιο καθορίζονται από τον κρατικό νόμο. Το γεγονός αυτό, υπονομεύει αντικειμενικά τον βαθμό συσπείρωσης των εργαζομένων στα σωματεία, αφού η ένταξη του νέου εργαζόμενου στο σωματείο -στην αρχή τουλάχιστον- βρίσκει έρεισμα στην ανάγκη του να διαπραγματευθεί μέσω των συλλογικών του οργάνων τους όρους αμοιβής και εργασίας του. Ο νέος λοιπόν εργαζόμενος, άπειρος από τα οφέλη της ταξικά προσανατολισμένης συνδικαλιστικής δράσης, αντικειμενικά θα διστάσει να γίνει μέλος του σωματείου, όταν γνωρίζει ότι το τελευταίο δεν μπορεί -λόγω του συνεχώς επιδεινούμενου νομοθετικού πλαισίου- να διαπραγματευθεί για τους όρους πώλησης της εργατικής του δύναμης. Έτσι, οι συνέπειες για τους εργαζόμενους είναι τραγικές, αφού πλέον η διαπραγμάτευση από το πεδίο της συλλογικής διαπραγμάτευσης περνάει σε ατομικό επίπεδο, όπου αντικειμενικά ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πολύ χειρότερη θέση απέναντι στον κεφαλαιοκράτη – εργοδότη.

Το νέο τερατούργημα που σχεδιάζει η κυβέρνηση, αξιοποιώντας και τις σημερινές συνθήκες υποχώρησης του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος, πρέπει να λάβει την μόνη απάντηση που του αξίζει: ότι δεν θα περάσει. Στο κάλεσμα αγωνιστικής ετοιμότητας που έχουν ήδη εξαγγείλει  εκατοντάδες σωματεία, Ομοσπονδίες και Εργατοϋπαλληλικά Κέντρα σε όλη την χώρα, κάθε εργαζόμενος, κάθε προοδευτικός και ριζοσπάστης άνθρωπος που αναγνωρίζει την σπουδαιότητα και το μεγαλείο της συλλογικής οργάνωσης των εργαζομένων, δεν μπορεί παρά να δώσει το δυναμικό παρών.

 

 

Share.

Comments are closed.