Για την εκδήλωση – συζήτηση με θέμα: «Όχι άλλοι νεκροί και σακατεμένοι για τα κέρδη τους. Ο ρόλος των Συνδικάτων στην υπεράσπιση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς»
Η ανάγκη να δυναμώσει ο συλλογικά οργανωμένος αγώνας ενάντια στην πολιτική που θυσιάζει τις ζωές των εργαζομένων για την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων, αναδείχθηκε στη εκδήλωση – συζήτηση που διοργάνωσαν τα Εργατικά Κέντρα Εύβοιας και Θήβας, την Τετάρτη 18 Φλεβάρη, στη Χαλκίδα, με τη συμμετοχή εκπροσώπων δεκάδων Σωματείων και εργαζομένων.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαρύ και φορτισμένο κλίμα, εξαιτίας του νέου εργατικού δυστυχήματος και τον τραγικό θάνατο δύο ακόμη εργαζόμενων από την Εύβοια, 21 και 40 ετών, που έχασαν τη ζωή τους από ηλεκτροπληξία το μεσημέρι της Τετάρτης, εκτελώντας οικοδομικές εργασίες σε σπίτι στη Βάρη Αττικής. Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη τους, εκφράζοντας τα ειλικρινή συλλυπητήρια στις οικογένειες και τους οικείους των θυμάτων.
Κεντρικοί ομιλητές στην εκδήλωση ήταν ο Γιάννης Τασιούλας, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων και Ελλάδας μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΓΣΕΕ και ο Γιώργος Δούκας, επιθεωρητής Εργασίας, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων Επιθεώρησης Εργασίας, ενώ πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις από εκπροσώπους σωματείων, μεταφέροντας την πείρα από τους χώρους δουλειάς και τη δράση που έχει αναπτυχθεί για την διεκδίκηση μέτρων υγείας και ασφάλειας.
Στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και στην περιοχή, με πληθώρα εργοδοτικών εγκλημάτων που άφησαν πίσω τους νεκρούς και σακατεμένους εργάτες, με εργαζόμενους που υποφέρουν από χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες εξαιτίας της εντατικοποίησης και των συνθηκών εργασίας, στάθηκαν οι Αντώνης Κούκουρας και Κώστας Καπούλας, πρόεδροι των Εργατικών Κέντρων Ευβοίας και Θήβας, αντίστοιχα.
Αναδείχθηκε πως το ζήτημα της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία είναι πολύπαραγοντικό, που έχει όμως έναν κοινό παρονομαστή: το κυνήγι του κέρδους, το οποίο σήμερα γίνεται σε συνθήκες έντασης του ανταγωνισμού και των αντιπαραθέσεων μεταξύ μεγάλων καπιταλιστικών κρατών και των ενώσεών τους, όπως είναι η ΕΕ, σύγκρουση που γίνεται για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων, ενέργειας κτλ. από τους μονοπωλιακούς ομίλους αυτών των χωρών. Σε συνθήκες πολεμικών συγκρούσεων και προετοιμασίας για γενικευμένο πόλεμο, για να υπηρετηθεί ο στόχος της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων –όπως και σε περιόδους «ειρήνης»- απαιτείται από αυτούς ένταση της εκμετάλλευσης, που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Εκεί στοχεύουν άλλωστε και οι νόμοι που διαχρονικά ψηφίζουν οι κυβερνήσεις, όπως αυτοί για το χτύπημα του σταθερού εργάσιμου χρόνου με την εκτόξευση των υπερωριών, νόμοι που –εκτός των άλλων- έχουν ευθεία επίδραση στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Αλλά και οι υπόλοιποι νόμοι, όπως αυτοί για την περιστολή του δικαιώματος στην Απεργία και ο πρόσφατος νόμος για τις ΣΣΕ, οι οποίοι επιδιώκουν να αφοπλίσουν τους εργαζόμενους από τη δυνατότητα να διεκδικούν καλύτερους όρους αμοιβής, ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και διεύρυνση των δικαιωμάτων τους. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδείχθηκε ο ρόλος που οφείλουν να παίξουν τα Συνδικάτα.
Παρατίθενται αποσπάσματα από τις κεντρικές παρεμβάσεις:
Γιάννης Τασιούλας: “Πρόβλημα διαχρονικό, σύμφυτο με τον τρόπο ανάπτυξης που υπηρετεί τα κέρδη των λίγων”.
Ως ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, που αφορά κυριολεκτικά την ίδια τη ζωή των εργαζόμενων, χαρακτήρισε το ζήτημα της υγείας και ασφάλειας της χώρους δουλειάς, ο Γιάννης Τασιούλας, ξεκινώντας την τοποθέτησή του επισημαίνοντας ότι αυτό προκύπτει από την βάρβαρη πραγματικότητα των νεκρών και σακατεμένων σε χώρους δουλειάς.
“Το 2025 έχασαν τη ζωή της 201 εργαζόμενοι μέσα της χώρους δουλειάς. Το στοιχείο αυτό είναι συγκλονιστικό και αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη που διαψεύδει της εκάστοτε κυβερνώντες, που έχουν προωθήσει δεκάδες αντεργατικούς νόμους κάτω από ψευδεπίγραφους τίτλους, και την εξοργιστική επιχειρηματολογία της για δήθεν προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, εκσυγχρονισμού των εργασιακών σχέσεων, ευελιξίας του χρόνου εργασίας”, σημείωσε και πρόσθεσε:
“Το πρόβλημα με της νεκρούς και της σακατεμένους έχει αιτίες και υπεύθυνους. Δεν προκύπτει συμπτωματικά. Είναι αποτέλεσμα του συνόλου της αντεργατικής πολιτικής, των αντεργατικών νόμων που υλοποιούνται διαχρονικά, από της της κυβερνήσεις. Οι αιτίες του προβλήματος βρίσκονται στην εγκληματική πολιτική κόστους –οφέλους που υλοποιείται για να θωρακίσει την κερδοφορία και τα συμφέροντα της μεγαλοεργοδοσίας.
Σε αυτή την κατεύθυνση, εφαρμόζονται οι αντεργατικές κατευθύνσεις της ΕΕ, αξιοποιούνται οι «βέλτιστες πρακτικές» των μηχανισμών στήριξης του κεφαλαίου, οξύνεται η εντατικοποίηση της εργασίας και η εκμετάλλευση. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα συμφέροντα της μεγαλοεργοδοσίας, ενώ οι ανάγκες της ζωής των εργαζομένων συνθλίβονται. Η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των εργαζομένων λοιπόν, είναι πρόβλημα διαχρονικό, σύμφυτο με τον εκμεταλλευτικό τρόπο ανάπτυξης”.
“Η πρόωρη φθορά της υγείας των εργαζομένων, που συντελείται ως συνέπεια των αντεργατικών νόμων εκφράζεται σε της της πλευρές της ζωής της, δεν περιορίζεται μόνο της χώρους δουλειάς, αλλά και έξω από της.
Δεν είναι μόνο τα εργοδοτικά εγκλήματα, οι σακατεμένοι, αλλά και τα ζητήματα πρόληψης, αποκατάστασης, αντιμετώπισης των βλαπτικών παραγόντων, που επιδρούν στην υγεία και ασφάλεια και που βρίσκονται παντού και οξύνονται. Είναι συνολικά οι όροι ζωής των εργαζομένων. Δηλαδή, δεν φεύγουμε από της χώρους δουλειάς και τη σημερινή βάρβαρη εργασιακή πραγματικότητα, και γυρίζουμε σε μια «κανονική» ζωή, στο σπίτι της, που αφήνουμε τα προβλήματα πίσω. Τα προβλήματα συνεχίζουν να υπάρχουν και επιδρούν. Οξύνονται από την υλοποίηση και την εφαρμογή των αντεργατικών νόμων και επιδεινώνουν, συνολικά, την υγεία και της όρους ζωής της(…)
Τα πράγματα θα χειροτερέψουν και οι εκάστοτε κυβερνήσεις παίρνουν τέτοια μέτρα. Επομένως, οι διεκδικήσεις και τα αιτήματα των συνδικάτων, των ζωντανών συνδικάτων, οφείλουν να είναι σε σύγκρουση με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική που επιχειρεί να συσκοτίσει της πραγματικές αιτίες και να παρουσιάσει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Κατά συνέπεια, το ζήτημα εστιάζεται της δύο δρόμους ανάπτυξης. Από τη μια η ανάπτυξη για τα κέρδη των λίγων, που την θρέφει το αίμα των εργατών, και από την άλλη η ανάπτυξη που στο επίκεντρό της έχει την προστασία των εργαζομένων, την ικανοποίηση των αναγκών της εργατικής λαϊκής οικογένειας, που έρχεται σε σύγκρουση δηλαδή με το σύστημα της εκμετάλλευσης. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για να υπερασπιστούμε τη ζωή της συνολικά, της τόπους δουλειάς, και παντού, απαιτείται οργανωμένος αγώνας με γραμμή πάλης και διεκδικήσεις, που στο επίκεντρο θα βάζουν της ανάγκες των εργαζομένων, ως συστατικό στοιχείο της λειτουργίας και δράσης των συνδικάτων. Απαιτούνται πλαίσια πάλης που οξύνουν την αντιπαράθεση με τη γραμμή των επιχειρηματικών ομίλων, των υποστηρικτών της, που αποκαλύπτουν της αιτίες των προβλημάτων, φωτίζουν της προϋποθέσεις που απαιτούνται και πρέπει να κατακτηθούν, ώστε ο εργαζόμενος, ο παραγωγός του πλούτου, να μπορεί να ζήσει πραγματικά, σύμφωνα με της δυνατότητες της εποχής, την πρόοδο, την επιστημονική εξέλιξη και όχι η ζωή του να συνθλίβεται για τα κέρδη των λίγων.
Η «αιμορραγία» σε ανθρώπινες ζωές θα συνεχίζεται, ο αριθμός των σακατεμένων εργατών θα μεγαλώνει όσο η ανάπτυξη θα γίνεται με γνώμονα το κέρδος. Αυτό σημαίνει ότι η πάλη των συνδικάτων πρέπει να στοχεύει το σύνολο της αντεργατικής πολιτικής. Δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη λήψη τεχνικών μέτρων για την ασφάλεια της εργασίας, ούτε μόνο στην επιμονή για ουσιαστικούς ελέγχους, αλλά αυτό να είναι η βάση για να ξεδιπλώνει όλη την αντιπαράθεση με την εργοδοσία. Πρέπει να εμπεριέχει της της πλευρές της αντιπαράθεσης και να ενισχύει την προοπτική της ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση της κοινωνίας που στο επίκεντρο θα έχει τα συμφέροντα και της ανάγκες των εργαζομένων. Σήμερα, υπάρχουν οι δυνατότητες, οι εργαζόμενοι να έχουν υψηλές παροχές υγείας και πρόληψης, αλλά αυτή η δυνατότητα εμποδίζεται στο σύστημα που υπηρετεί τα κέρδη των λίγων”.
Γιώργος Δούκας: “Το πρόβλημα της υποστελέχωσης είναι δομικό και όχι συγκυριακό”.
Ο Γιώργος Δούκας, αναφερόμενος στο ζήτημα της υγείας και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, προσδιόρισε ότι σε αυτό, εκτός από τα εργατικά ατυχήματα, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η προστασία της υγείας των εργαζομένων από της επαγγελματικές ασθένειες.
“Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία, στην Ευρώπη το 98% των θανάτων στην εργασία οφείλονται σε επαγγελματικές ασθένειες και μόλις το 2% σε εργατικά «ατυχήματα», στην Ελλάδα δεν καταγράφεται καμία επαγγελματική ασθένεια τη στιγμή που η εκτίμηση του οργανισμού είναι πως 2.500 άνθρωποι κάθε χρόνο πεθαίνουν από επαγγελματικές ασθένειες.
Αυτή η έλλειψη καταγραφής οφείλεται σε πολιτική επιλογή όλων των μέχρι τώρα κυβερνήσεων και έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο. Γιατί, όταν ασθένειες που δημιουργήθηκαν από τις συνθήκες εργασίας καταγράφονται ως «κοινή νόσος», τότε οι εργοδότες απαλλάσσονται από ένα σημαντικό οικονομικό κόστος το οποίο μετακυλίεται φυσικά στους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους. Επιπλέον, η μη καταγραφή τους, αντικειμενικά οδηγεί στην έκθεση κι άλλων εργαζομένων σε βλαπτικούς παράγοντες καθώς δεν εντοπίζεται η πηγή του προβλήματος”, σημείωσε χαρακτηριστικά.
Αναφέρθηκε στις τεράστιες ελλείψεις στην Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας, σημειώνοντας ότι “με βάση τα τελευταία στοιχεία για όλη την Ελλάδα υπάρχουν μόλις 233 Επιθεωρητές, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι και με όλα τα διοικητικά καθήκοντα. Σε κάθε έναν αντιστοιχούν τουλάχιστον 1509 επιχειρήσεις και 10.814 εργαζόμενοι. Είμαστε σχεδόν στο 50% από τον προβλεπόμενο αριθμό του 2000 και ο μέσος όρος ηλικίας των επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας είναι περίπου 55 έτη”.
Τόνισε μάλιστα ότι στο τμήμα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασίας Εύβοιας, που έχει στην ευθύνη του και την περιοχή του δήμου Τανάγρας και της ΒΙΠΕ Οινοφύτων – Σχηματαρίου, υπηρετούν μόλις 7 επιθεωρητές, ενώ στην αντίστοιχη υπηρεσία της Λιβαδειάς, που έχει την ευθύνη για ολόκληρη την Βοιωτία(εκτός του Δήμου Τανάγρας) και την περιοχή της Φωκίδας, υπηρετούν μόλις 2 επιθεωρητές υγείας και ασφάλειας!
Σε αυτά τα πλαίσια, τα Εργατικά Κέντρα Εύβοιας και Θήβας, μαζί με τα Συνδικάτα, θα εντείνουμε τη δράση μας το επόμενο διάστημα, αρχής γενομένης από τα Συλλαλητήρια που διοργανώνουμε με αφορμή τη συμπλήρωση τριών χρόνων από το έγκλημα στα ΤΕΜΠΗ και με σύνθημα:
ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ – ΔΕ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ!
Ή ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΟΥΣ Ή ΟΙ ΖΩΕΣ ΜΑΣ!
Χαλκίδα: 11πμ – Πλατεία Δικαστηρίων
Θήβα: 11πμ – Κεντρική Πλατεία
Αλιβέρι: 11πμ – Πεζόδρομος
Μαντούδι: 11πμ – Πλατεία
Ιστιαία: 11πμ – Πλατεία

