Καμιά αναμονή – καμιά υποταγή!
Με αγωνιστικό σχέδιο και απεργιακή κλιμάκωση απέναντι στην πολιτική που θυσιάζει τις ανάγκες μας για τα κέρδη και τους πολεμικούς σχεδιασμούς!
Την Πέμπτη 17 Σεπτέμβρη 2026 πραγματοποιήθηκε η σύσκεψη Ομοσπονδιών που είχε αποφασίσει η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από 20 Ομοσπονδίες και κλάδους του Δημοσίου. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η πορεία των κινητοποιήσεων, η μεταφορά της εικόνας από τους χώρους δουλειάς και ο σχεδιασμός της αγωνιστικής συνέχειας.
Τον λόγο πήραν πάνω από 30 συνάδελφοι, μεταφέροντας την εικόνα από νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, υπουργεία, Περιφέρειες, Δήμους, τον ΕΦΚΑ και άλλους χώρους του Δημοσίου.
Στη σύσκεψη μεταφέρθηκε η σημαντική πείρα από τη μεγάλη κινητοποίηση στη ΔΕΘ, αλλά και από την αγωνιστική δράση που έχει αναπτυχθεί το προηγούμενο διάστημα σε μια σειρά κλάδους και χώρους δουλειάς. Ομοσπονδίες και Σωματεία μετέφεραν εικόνα από απεργίες, στάσεις εργασίας, συγκεντρώσεις, Γενικές Συνελεύσεις και πολύμορφες κινητοποιήσεις, καθώς και από τον σχεδιασμό τους για τη συνέχιση και την κλιμάκωση της δράσης.
Κοινός τόπος στις παρεμβάσεις ήταν ότι οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ολοένα και πιο επικίνδυνη κατάσταση. Η κλιμάκωση των πολέμων και των ανταγωνισμών, η βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς και η στροφή στην πολεμική οικονομία φέρνουν νέους κινδύνους και νέες θυσίες για τον λαό. Την ίδια ώρα, η ακρίβεια εξανεμίζει τους μισθούς, η χρόνια υποστελέχωση εντείνει την πίεση στους εργαζόμενους και υποβαθμίζει τις υπηρεσίες, ενώ χιλιάδες συμβασιούχοι παραμένουν σε καθεστώς εργασιακής ομηρίας. Παράλληλα, προωθούνται νέες ανατροπές στη μονιμότητα, στην αξιολόγηση, στα πειθαρχικά και συνολικά στις εργασιακές σχέσεις, διαμορφώνοντας ένα ακόμη πιο ασφυκτικό πλαίσιο για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο.
Οι εκπρόσωποι των κλάδων τόνισαν ότι δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Όλο το προηγούμενο διάστημα, Σωματεία και Ομοσπονδίες δεν σταμάτησαν τη δράση ούτε μέσα στο καλοκαίρι, οργανώνοντας κινητοποιήσεις, απεργίες, Γενικές Συνελεύσεις και περιοδείες στους χώρους δουλειάς. Μεταφέρθηκε πλούσια αγωνιστική πείρα από κλάδους που βρίσκονται σε κινητοποίηση, από αγώνες που απέσπασαν αποτελέσματα, αλλά και από νέες απεργιακές αποφάσεις και σχεδιασμούς για τη συνέχεια. Μια πείρα που επιβεβαιώνει ότι, όταν οι εργαζόμενοι οργανώνονται και μπαίνουν μαζικά στη μάχη, μπορούν να βάζουν εμπόδια στην αντιλαϊκή πολιτική και να επιβάλλουν κατακτήσεις.
Με την κεντρική της τοποθέτηση, η ΔΑΣ έθεσε στο επίκεντρο της συζήτησης το κρίσιμο ζήτημα της συνέχειας: με ποιο περιεχόμενο, με ποιο σχέδιο και με ποια προοπτική θα οργανωθεί η αγωνιστική δράση το επόμενο διάστημα, απέναντι και στην προσπάθεια ορισμένων δυνάμεων να μετατοπίσουν τη συζήτηση αποκλειστικά στη μορφή και στην ημερομηνία της κινητοποίησης, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο το περιεχόμενο, τη μαζικότητα και την οργάνωση του αγώνα.
Από αυτή τη σκοπιά, οι εκπρόσωποι της ΔΑΣ τόνισαν ότι η απεργιακή απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια απόφαση «από τα πάνω» ή σε μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Χρειάζεται να προετοιμαστεί μέσα στους χώρους δουλειάς, με Γενικές Συνελεύσεις, περιοδείες, συσκέψεις και ουσιαστική συζήτηση με τους εργαζόμενους, ώστε κάθε κινητοποίηση να αποτελεί σταθμό σε μια οργανωμένη πορεία κλιμάκωσης και όχι μια αποσπασματική ενέργεια.
Οι εκπρόσωποι της ΔΑΣ ανέδειξαν τη στάση της ΔΑΚΕ, αλλά και των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, που, συμπληρώνοντας η μία την άλλη, αποδέχονται ως δεδομένο το πλαίσιο των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις κατευθύνσεις και τις οδηγίες της, τη φοροληστεία, τα ματωμένα πλεονάσματα και τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς. Ένα ολόκληρο πλαίσιο που μεταφράζεται σε διαρκείς θυσίες για τους εργαζόμενους, σε συμπίεση μισθών και δικαιωμάτων και σε περιορισμό των κοινωνικών δαπανών.
Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπαίνουν σε κανένα «δημοσιονομικό ζύγι» τα δισεκατομμύρια για τους πολεμικούς εξοπλισμούς και την πολεμική οικονομία, ούτε οι επιδοτήσεις, οι φοροαπαλλαγές και οι κάθε είδους διευκολύνσεις προς τους επιχειρηματικούς ομίλους. Για να εξασφαλιστούν αυτές οι προτεραιότητες, είναι οι μισθοί, τα δικαιώματα και οι κοινωνικές ανάγκες των εργαζομένων που μπαίνουν ξανά και ξανά στον «κόφτη».
Οι εκπρόσωποι της ΔΑΣ επισήμαναν ότι το εργατικό κίνημα δυσκολεύεται να στριμώξει πραγματικά την κυβερνητική πολιτική, όταν υπάρχουν δυνάμεις μέσα σε αυτό που αποδέχονται βασικές στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης και των άλλων αστικών κομμάτων και αφήνουν αναπάντητα τα βασικά τους επιχειρήματα. Όταν, για παράδειγμα, δεν αμφισβητούν τη συμμετοχή και τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς, αποδέχονται στην πράξη και τη λογική των τεράστιων πολεμικών δαπανών. Όταν δεν σηκώνουν ουσιαστική αντιπαράθεση απέναντι στα ματωμένα πλεονάσματα, στους δημοσιονομικούς κανόνες και στις δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφήνουν ανέγγιχτο το ίδιο το πλαίσιο που η κυβέρνηση επικαλείται για να λέει ότι «δεν υπάρχουν λεφτά» για μισθούς, Υγεία, Παιδεία και κοινωνικές ανάγκες.
Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση εκπροσώπου της ΔΑΚΕ ότι το επίδομα των 500 ευρώ για τους δημοσίους υπαλλήλους από το 2027 «δεν είναι προς απαξίωση». Με άλλα λόγια, η ηγεσία της κυβερνητικής παράταξης μάς κάλεσε να «αρκεστούμε στα ψίχουλα», την ώρα που ακόμη και αυτά εξανεμίζονται από την ακρίβεια πριν καν δοθούν.
Ανάλογη ήταν η στάση της ΔΑΚΕ και απέναντι στη Συνταγματική Αναθεώρηση. Επιχειρήθηκε να καλλιεργηθεί εφησυχασμός, με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει θέμα» και ότι τελικά «δεν θα βρεθούν οι ψήφοι» για να περάσουν οι αντιδραστικές αλλαγές. Μια λογική που στην πράξη οδηγεί στην αναμονή και στην αποδυνάμωση της οργανωμένης αντίδρασης των εργαζομένων σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα.
Η χθεσινή κινητοποίηση της ΑΔΕΔΥ, την ώρα της δεύτερης ψηφοφορίας στη Βουλή, έδωσε τη δική της απάντηση. Παρά την προσπάθεια υποβάθμισης και υπονόμευσής της, παρά το γεγονός ότι δυνάμεις που αμφισβητούσαν την αναγκαιότητά της έλαμψαν διά της απουσίας τους – ακόμη και με εκλεγμένους συνδικαλιστές τους να μη συμμετέχουν – η συγκέντρωση είχε ουσιαστική συμμετοχή από χώρους του Δημοσίου. Επιβεβαιώθηκε ότι η κινητοποίηση ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη απέναντι στις αλλαγές που προωθούνται με τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Την ίδια στιγμή, από τις τοποθετήσεις αυτών των δυνάμεων απουσίασε ουσιαστικά κάθε αντιπαράθεση με τη συνολικότερη κατεύθυνση των αντιδραστικών αλλαγών στο κράτος και στο Σύνταγμα, με αιχμή τη μονιμότητα, την αξιολόγηση, τους μηχανισμούς πειθάρχησης των εργαζομένων στο Δημόσιο και την περαιτέρω εμπορευματοποίηση τομέων του Δημοσίου.
Ενδεικτική της «αλλεργίας» που έχουν δυνάμεις του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού στις μαζικές διαδικασίες ήταν και η ίδια η στάση τους στη σύσκεψη. Αφού ολοκλήρωσαν τις τοποθετήσεις τους, αρκετοί εκπρόσωποί τους σηκώθηκαν και αποχώρησαν, χωρίς καν να παραμείνουν για να ακούσουν τις παρεμβάσεις των εκπροσώπων των Ομοσπονδιών. Μια στάση που αποκαλύπτει πολλά για το πώς αντιλαμβάνονται τον διάλογο, τη συλλογική συζήτηση και τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διαμόρφωση της αγωνιστικής δράσης.
Οι ηγεσίες της ΔΗΣΥΠ και της ΕΑΕΚ επιχείρησαν με τις τοποθετήσεις τους να εγκλωβίσουν για ακόμη μία φορά τους αγώνες των εργαζομένων στη λογική της κυβερνητικής εναλλαγής. Αντί να βάλουν στο στόχαστρο την ίδια την πολιτική που γεννά τα προβλήματα, καλλιέργησαν ξανά την προσδοκία ότι η λύση μπορεί να έρθει από έναν άλλον κυβερνητικό διαχειριστή, από έναν νέο «σωτήρα», επιχειρώντας ουσιαστικά να μετατρέψουν την αγωνιστική δράση των εργαζομένων σε εκλογικό «ταμείο».
Οι εργαζόμενοι, όμως, έχουν πληρώσει ακριβά τις «εναλλακτικές» που τους προτείνονται: τόσο τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όσο και την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που εφάρμοσαν μνημόνια και αντιλαϊκά μέτρα, όσο και τη βολική αντιπολίτευση που ασκείται σήμερα απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, με συμφωνία επί της ουσίας σε βασικές στρατηγικές επιλογές.
Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία της Συνδικαλιστικής Ανατροπής και, από κοντά, των Παρεμβάσεων πλειοδότησαν σε προτάσεις για «αγώνες διαρκείας» και σε μορφές πάλης, την ίδια στιγμή που απαξιώνουν συγκεκριμένες κινητοποιήσεις χαρακτηρίζοντάς τες «τουφεκιές στον αέρα» και πολλές φορές απουσιάζουν από αυτές.
Οι αγώνες «διαρκείας» δεν κρίνονται από τις μεγάλες κουβέντες, αλλά από τη σταθερή παρουσία, την οργάνωση, τις Γενικές Συνελεύσεις, τις περιοδείες και τη μαζική συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων.
Είναι πλέον καθαρό το επόμενο διάστημα να δυναμώσουν οι αγώνες σε κάθε κλάδο του Δημοσίου αλλά και με απεργιακή κινητοποίηση με αιτήματα που απαντούν στις σύγχρονες ανάγκες μας : καμία εμπλοκή της χώρας στους πολέμους τους, καμιά θυσία για τα κέρδη τους, ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, μόνιμη και σταθερή δουλειά, μαζικές προσλήψεις και μονιμοποίηση των συμβασιούχων.
Το κρίσιμο είναι ο αγώνας να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων, με Γενικές Συνελεύσεις, περιοδείες, συσκέψεις και συγκεκριμένο σχέδιο σε κάθε Σωματείο και Ομοσπονδία. Η απεργιακή κινητοποίηση της ΑΔΕΔΥ να αποτελέσει σταθμό σε ένα αγωνιστικό κύμα που θα χτιστεί από τα κάτω και θα συναντηθεί με τους αγώνες στον ιδιωτικό τομέα.
Καμιά αναμονή – καμιά υποταγή!
Με οργάνωση, μαζική συμμετοχή και αγωνιστική κλιμάκωση μπορούμε να βάλουμε εμπόδια, να αποσπάσουμε κατακτήσεις και να ανοίξουμε τον δρόμο για τις σύγχρονες ανάγκες μας.

