Ημερίδα του Εργατικού Κέντρου Αμαλιάδας για τους Μετανάστες: Το νομικό καθεστώς των μεταναστών στην Ελλάδα

image_pdfimage_print

Η προκλητική δικαστική απόφαση του δικαστηρίου της Πάτρας τον περασμένο Ιούλη που αθώωσε το γνωστό μεγαλοϊδιοκτήτη της Μανωλάδας και έναν από τους μπράβους του και έριξε στα «μαλακά» τους υπόλοιπους για την «εν ψυχρώ» φονική επίθεση σε βάρος δεκάδων μεταναστών εργατών γης, επειδή ζητούσαν να πληρωθούν το μόχθο τους, είναι μια καλή αφορμή να μας απασχολήσει το πώς αντιμετωπίζονται τα δικαιώματα των μεταναστών στην πράξη όχι μόνο από τα δικαστήρια αλλά συνολικά από το κράτος, τι προβλέπει σε γενικές γραμμές η νομοθεσία γι’ αυτούς και κυρίως ποια συμφέροντα εξυπηρετεί. Και πάνω απ’ όλα βέβαια, να σκεφτούμε και να καταλήξουμε τι πρέπει και τι μπορούμε να κάνουμε για ν’ αλλάξει η κατάσταση.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το νέο Μεταναστευτικό Κώδικα που ψήφισε η κυβέρνηση πρόσφατα και ισχύει ήδη από την 1η Ιούνη που αντικατέστησε τον προηγούμενο μεταναστευτικό νόμο τον 3386/2005, ενσωματώνοντας διάφορους νόμους που ψηφίστηκαν από το 2005 μέχρι τώρα. Η πρώτη βασική παρατήρηση είναι ότι ο νέος Κώδικας δεν αφορά τους δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα μας «χωρίς χαρτιά», πολλοί από αυτούς για πολλά χρόνια και στους οποίους δεν επιτρέπεται να μείνουν και να εργαστούν νόμιμα αλλά ούτε και να ταξιδέψουν σε άλλη χώρα της ΕΕ, εξαιτίας του Κανονισμού του Δουβλίνου και της Συνθήκης Σένγκεν.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι από το 2005 και εν μέρει το 2007 δεν έχει υπάρξει καμία άλλη διαδικασία μαζικής νομιμοποίησης. Δηλαδή όσοι μπήκαν χωρίς χαρτιά μετά το 2004 δεν έχουν δυνατότητα να νομιμοποιηθούν, παρά μόνο κάποιες οριακές περιπτώσεις που αφορούν μονοετείς ή διετείς άδειες παραμονής για εξαιρετικούς ή ανθρωπιστικούς λόγους. Η μόνη νόμιμη διαδικασία είναι αυτή της οικογενειακής επανένωσης, δηλαδή να φέρει ο μετανάστης τη γυναίκα του και τα ανήλικα παιδιά σου και μόνο εφ’όσον αποδείξει ότι έχει ένα συγκεκριμένο ύψος εισοδήματος που, με την ανεργία και την καθήλωση των μεροκάματων, δεν το έχουν πια ούτε οι ντόπιοι εργαζόμενοι. Μια άλλη δυνατότητα είναι να έρθει ο μετανάστης μετά από πρόσκληση συγκεκριμένου εργοδότη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένη εργασία (μετάκληση), δηλαδή μια καθαρή μορφή επιλεκτικής μετανάστευσης που, στην Ελλάδα, αφορά, με συντριπτικά ποσοστά, εργάτες γης/κτηνοτροφίας και αλιεργάτες. Σε άλλες χώρες της ΕΕ, περισσότερο αναπτυγμένες, η επιλεκτική μετανάστευση αφορά περισσότερο ειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, με τη λεγόμενη μπλε κάρτα.

Αυτή τη μεγάλη κατηγορία μεταναστών χωρίς χαρτιά, ο νέος Κώδικας την κρατάει στην παρανομία, χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα, μόνιμα θύματα της κρατικής καταστολής, της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής και άλλων φασιστικών συμμοριών, θύματα της εργοδοτικής εκμετάλλευσης από κάθε είδους κυκλώματα. Είναι γνωστό ότι, μετά την έναρξη των επιχειρήσεων του λεγόμενου «Ξένιου Δία» τον Αύγουστο 2012, 6.500 μετανάστες βρίσκονται σε κέντρα κράτησης, δηλαδή σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ζουν κάτω από απαράδεκτες και απάνθρωπες συνθήκες, κρατούνται για 18 μήνες με βάση και Οδηγία της ΕΕ, ακόμη και επ’ αόριστο με βάση μια ακόμη απαράδεκτη απόφαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μέχρι να βρουν τρόπο να τους απελάσουν ή να τους εξαναγκάσουν να ενταχθούν στα λεγόμενα προγράμματα «εθελοντικού επαναπατρισμού», δηλαδή με το πιστόλι στον κρόταφο. Σε πρόσφατη ερώτηση μάλιστα του ΚΚΕ για κέντρο κράτησης της Αμυγδαλέζας, ο αρμόδιος υπουργός Δημόσιας Τάξης, ούτε λίγο ούτε πολύ, προσπάθησε να παρουσιάσει την Αμυγδαλέζα σαν παράδεισο. Το Αρχηγείο της ΕΛΑΣ περηφανεύεται ότι από την έναρξη του «Ξένιου Δία» μέχρι τέλος Ιούλη 2014, έχουν επιστρέψει στις πατρίδες τους 50.042 αλλοδαποί, με έξοδα, κατά κύριο λόγο, του Ταμείου «Επιστροφών» της ΕΕ (αυτόν τον όρο χρησιμοποιεί η ΕΕ, λες και είναι εμπορεύματα).

Μετά τις παραπάνω διευκρινίσεις, επανερχόμαστε στο νέο Κώδικα Μετανάστευσης, για να κρατήσουμε τα εξής ζητήματα. Αφ’ ενός περιέχει διατάξεις που κάνουν τη ζωή των «νόμιμων» μεταναστών ακόμη πιο δύσκολη, όπως η αντικατάσταση της 10ετούς άδειας διαμονής με την 5ετή του «επί μακρόν διαμένοντος» (η 10ετής άδεια είχε αντικαταστήσει, με νόμο του 2008, την άδεια αόριστης διάρκειας, δηλαδή υπάρχει μια διαρκής χειροτέρευση των διαδικασιών διατήρησης της «νομιμότητας», διαρκές φιλτράρισμα και οικονομική αφαίμαξη των μεταναστών λόγω των πανάκριβων παραβόλων). Μια ακόμη περίπτωση χειροτέρευσης της κατάστασης είναι η τροποποίηση των διαδικασιών μετάκλησης μεταναστών εργατών, ειδικά εποχικών, για συγκεκριμένη εργασία και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερη προσαρμογή στις ανάγκες των εργοδοτών. Η μετάκληση θα γίνεται πλέον σε πανελλαδικό επίπεδο αντί σε περιφερειακό, όπως γινόταν μέχρι σήμερα, ενώ ειδικά για τη μετάκληση εποχικών μεταναστών εργατών θα δίνεται πλέον βίζα, αντί για άδεια διαμονής, με συγκεκριμένη διάρκεια και για συγκεκριμένη εργασία. Είχε μάλιστα γραφτεί ότι οι νέες, πιο ευέλικτες και γρήγορες διαδικασίες προκρίθηκαν για να μπορούν οι εργοδότες να προσκαλούν νόμιμα εργάτες γης και να μην υπάρχουν φαινόμενα τύπου Μανωλάδας, δηλαδή για να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις.

Αφ’ ετέρου περιέχει διατάξεις που προβλήθηκαν ως θετικές, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούν να μπαλώσουν, όπως-όπως τις «τρύπες» που άνοιξαν με την πολιτική τους απέναντι ακόμη και στους λεγόμενους «νόμιμους» μετανάστες. Τέτοιες διατάξεις είναι αυτές που αφορούν τη χορήγηση 5ετούς άδειας διαμονής στα παιδιά των μεταναστών, δηλαδή στη δεύτερη γενιά. Πρόκειται για ρύθμιση που επιδιώκει να χρυσώσει το χάπι για το πάγωμα των διαδικασιών απόκτησης ιθαγένειας και για το νέο, χειρότερο νόμο για την ιθαγένεια που έχει δεσμευθεί ότι θα φέρει η κυβέρνηση. Επίσης, με τις μεταβατικές διατάξεις, αντιμετωπίζονται προσωρινά κάποια οξυμμένα προβλήματα των μεταναστών, στην κατεύθυνση της επανομιμοποίησης ορισμένων από αυτούς που έχουν χάσει τη νομιμότητά τους, εξαιτίας π.χ. της δυσκολίας ανανέωσης των αδειών διαμονής λόγω του απαιτούμενου μεγάλου αριθμού ενσήμων. Δηλαδή, μπορούσαν (η προθεσμία έληξε στις 30 Ιούνη) να ανανεώσουν τις παλιές, ληγμένες άδειες παραμονής, εφ’ όσον είχαν βιβλιάριο υγείας σε ισχύ, που σημαίνει 50 ένσημα το χρόνο, αντί για 120 που απαιτούνται για την κανονική ανανέωση.

Ιθαγένεια (θα γίνει μικρή αναφορά στις εξελίξεις, ειδικά μετά την αντιδραστική απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας).

Ποιο βασικό συμπέρασμα βγαίνει από αυτές τις ρυθμίσεις; Ότι η κυβέρνηση και το κράτος επιβάλλουν τη νομοθεσία για τους μετανάστες, με βάση φυσικά και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, που εξυπηρετεί τις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργοδοσίας, δηλαδή με λίγα λόγια: Aπό τη μια μεριά παρανομία, άγρια καταστολή, πνίξιμο στη θάλασσα, επ’ αόριστο φυλάκιση σε απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε άθλια αστυνομικά μπουντρούμια και απελάσεις για τους μετανάστες που το κεφάλαιο δεν χρειάζεται στις σημερινές συνθήκες. Από την άλλη μεριά, νομιμότητα και κάποια δικαιώματα (και αυτά με διαβαθμίσεις) για τους μετανάστες που η μόνιμη ή προσωρινή παραμονή τους εξυπηρετεί είτε άμεσα τα κέρδη του κεφαλαίου είτε έμμεσα, με την αξιοποίησή τους για την εξοικονόμηση πόρων από κοινωνικές δαπάνες (π.χ. για φύλαξη παιδιών, γερόντων, ασθενών), που και πάλι θα διοχετευθούν προς το μεγάλο κεφάλαιο.

Δεν πρόκειται για κάτι νέο. Αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υποδοχής (Ευρώπη, ΗΠΑ, Αυστραλία κλπ.). Η προσέλκυση εκατομμυρίων μεταναστών στις χώρες αυτές δεν έγινε ποτέ για ανθρωπιστικούς λόγους, για να ξεφύγουν από την πείνα και τη φτώχεια οι μετανάστες, αλλά για να αποκομίσουν αμύθητα κέρδη οι εκμεταλλευτές βιομήχανοι, εφοπλιστές κλπ. από τη φτηνή εργατική δύναμη των μεταναστών και τη συμπίεση των όποιων δικαιωμάτων είχαν κατακτήσει με τους αγώνες τους οι ντόπιοι εργαζόμενοι. Πάντοτε, οι στρόφιγγες της «νόμιμης» μετανάστευσης ανοιγόκλειναν ανάλογα με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αν σήμερα, εφαρμόζονται περισσότερο πολιτικές καταστολής της μετανάστευσης σε βάρος των πολιτικών προσέλκυσης και νομιμοποίησης μεταναστών, αυτό οφείλεται στην ένταση της καπιταλιστικής κρίσης, στην αύξηση της επιθετικότητας του κεφαλαίου που εκδηλώνεται τόσο με τη μορφή επεμβάσεων όσο και με την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων σε όλη την υφήλιο που, με τη σειρά τους, δημιουργούν νέα μεγάλα κύματα μεταναστών και προσφύγων. Εκδηλώνεται δηλαδή και εδώ ο γνωστός φαύλος κύκλος και τα αδιέξοδα, όπως και στην οικονομία.

Αυτό επιβεβαιώνει και η εμπειρία από την Ελλάδα, από την εποχή ακόμη που δεν ήταν χώρα μαζικής εισόδου μεταναστών. Τη δεκαετία του 1970, νομιμοποιήθηκε η μαζική ναυτολόγηση ξένων ναυτεργατών με μειωμένα δικαιώματα στα ποντοπόρα πλοία, κατά κανόνα μέσω διεθνών δουλεμπορικών γραφείων, γιατί έτσι εξυπηρετούσε το εφοπλιστικό κεφάλαιο, το οποίο επιδίωξε στη συνέχεια την επέκτασή της και στα ακτοπλοϊκά πλοία με την άρση του λεγόμενου «καμποτάζ».

Τη δεκαετία του 1990, μετά τις ανατροπές των σοσιαλιστικών χωρών, η Ελλάδα γίνεται για πρώτη φορά χώρα υποδοχής μεγάλου αριθμού μεταναστών (κυρίως από την Αλβανία αλλά και την πρώην Σοβιετική Ένωση, ιδίως από τη Γεωργία, όπου ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί). Παρόλη την εναλλαγή του «καρότου» με το «μαστίγιο» και τις νομιμοποιήσεις με το σταγονόμετρο, οι ελληνικές κυβερνήσεις, εκπροσωπώντας τις ανάγκες των ελλήνων εργοδοτών για φτηνά εργατικά χέρια, στην πραγματικότητα ευνόησαν τη μαζική εισαγωγή εργατικού δυναμικού, που αναγκαζόταν στις συγκεκριμένες συνθήκες να ξεριζωθεί από αυτές τις χώρες. Ποιος δε θυμάται τις δηλώσεις Σαμαρά ότι «η ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα θα αυξήσει τη ροή των θεωρήσεων (εκδόσεις βίζας) διάρκειας ενός έτους για τους Αλβανούς υπηκόους» που έριξε και το σύνθημα για μαζικές εισροές Αλβανών εργατών. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, παραμονές της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα, με τους μεγάλους ρυθμούς αύξηση τους ΑΕΠ, οι μεγαλοεργολάβοι κατασκευαστές ζητούσαν τη μαζική εισαγωγή ξένων εργατών, με εβδομαδιαία εργασία 53-60 ώρες και καθηλωμένα μεροκάματα. Το αίτημά τους ικανοποιήθηκε. ΄Οπως είχε γραφτεί στις εφημερίδες, 150.000 εργάτες, το 80% των εργαζομένων στα Ολυμπιακά έργα, ήταν ξένοι.

Κάθε χρόνο επίσης, χιλιάδες εποχικοί εργάτες έρχονται στην Ελλάδα με διμερείς συμφωνίες των αντιλαϊκών κυβερνήσεων και των δύο πλευρών, είτε με τη διαδικασία της μετάκλησης, ακολουθούμενοι από άλλους τόσους που έρχονται χωρίς συμφωνίες και χαρτιά και δουλεύουν στα χωράφια από το χάραμα μέχρι τη νύχτα, όπως στη Μανωλάδα και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Αιγύπτιους, κατά πλειοψηφία, αλιεργάτες που δουλεύουν σε ΄Ελληνες πλοιοκτήτες αλιείας και κρατάνε όλη την αλιεία στα χέρια τους, παίρνοντας ψίχουλα ή ακόμη και χωρίς να πληρώνονται (Ν. Μηχανιώνα) ή γίνονται θύματα φονικών επιθέσεων της ναζιστικής Χρυσής Αυγής (Κερατσίνι). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, οι σχετικοί νόμοι τροποποιήθηκαν πρόσφατα, έτσι ώστε να έχουν ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία οι εργοδότες να προσλαμβάνουν και να απολύουν όσους ξένους εργάτες θέλουν και όταν το θέλουν, να μην έχουν ουσιαστικά κανένα περιορισμό στην εκμετάλλευσή τους. Είναι δε χαρακτηριστική η προεκλογική δέσμευση του πρωθυπουργού ότι θα απαλλάξει τους εργοδότες των εποχικών εργαζομένων από τις εισφορές σύνταξης, για όσους φυσικά εργάζονται νόμιμα.

Αποκαλυπτική είναι επίσης η νομοθεσία με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Κυρώσεις σε βάρος εργοδοτών που απασχολούν παράνομα διαμένοντες αλλοδαπούς» που ενσωμάτωσε και αντίστοιχη Οδηγία της ΕΕ. Λέμε ψευδεπίγραφο τίτλο γιατί στην πραγματικότητα τα θύματα είναι οι ίδιοι οι μετανάστες, σε βάρος τους απειλούνται πιο επώδυνες κυρώσεις (σύλληψη, ποινές φυλάκισης, απέλαση) και όχι οι εργοδότες, που, έτσι κι αλλιώς, πάντα βρίσκουν τρόπο να τη γλιτώνουν, όπως δείχνει και η υπόθεση της Μανωλάδας.

Παρόμοια και με τις ίδιες σκοπιμότητες είναι η αντιμετώπιση των μεταναστών και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Παλιότερα, που το κεφάλαιο στις χώρες αυτές, ιδιαίτερα τις πιο αναπτυγμένες (Γερμανία, Βέλγιο, αργότερα Σουηδία κλπ.) είχε ανάγκη από μαζικό και ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, επιφύλασσε για τους ξένους εργάτες μια πιο ευνοϊκή – σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα – μεταχείριση και νομοθεσία, προκειμένου να τους προσελκύει και να τους διατηρεί στην υπηρεσία του. Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος και όχι η έκφραση δήθεν κάποιου ανθρωπισμού ή «ανώτερου επίπεδου πολιτισμού,» όπως ορισμένοι το παρουσίαζαν ή ακόμη και καλοπροαίρετα πίστευαν. Άλλωστε, το απάνθρωπο και βάρβαρο πρόσωπό τους το έδειξαν οι κεφαλαιοκράτες της ΕΕ στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους που εξαπέλυσαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη, την Αφρική κλπ. Στη συνέχεια, όταν οι ανάγκες της αύξησης της κερδοφορίας του, υπαγόρευαν την προσέλκυση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού και την απαλλαγή από το υπερκορεσμένο ανειδίκευτο, προσαρμόστηκαν αντίστοιχα και οι σχετικές νομοθεσίες τους, με ανάλογες παραλλαγές από κράτος σε κράτος. «Καρότο και μαστίγιο» για τους μετανάστες. «Μπλε κάρτα» από τη μια για τους χρήσιμους ειδικευμένους μετανάστες, «Λαμπεντούζες» και «Φαρμακονήσια» από την άλλη για τους άχρηστους.

Εδώ χρειάζεται να πούμε ότι οι πολιτικές νομιμοποίησης μεταναστών στα διαφορετικά κράτη-μέλη της ΕΕ δεν είναι απόλυτα εναρμονισμένες (όπως για παράδειγμα γίνεται με το άσυλο), παρόλη τη σχετική κατεύθυνση που υπάρχει μετά τις Συνθήκες του Μάαστριχτ και του Αμστερνταμ και ακόμη πιο πολύ την τελευταία Συνθήκη της Λισαβόνας (το λεγόμενο ευρωσύνταγμα), που μιλάνε για «Κοινή Ευρωπαϊκή Μεταναστευτική Πολιτική». Αυτό είναι φυσικό, με δεδομένη την ανισομετρία που υπάρχει στον καπιταλισμό, τις διαφορετικές ανάγκες σε εργατικό και επιστημονικό προσωπικό από κράτος σε κράτος. Πάντως, σταθμό στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας ενιαίας μεταναστευτικής πολιτικής αποτελεί το «Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Ασυλο» που εγκρίθηκε το 2008 και ρητά αναφέρει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να αποφεύγουν τις μαζικές νομιμοποιήσεις μεταναστών, γιατί αυτό θα έχει επιπτώσεις σε όλα τα κράτη-μέλη, λόγω της δυνατότητας των νόμιμων μεταναστών που διαθέτουν συγκεκριμένους τύπους αδειών παραμονής να μετακινηθούν και να εργαστούν σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος. Φυσικά, αυτή η αιτιολογία αποτελεί στην πραγματικότητα μύθο. Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια, που εξελίσσεται η ακόμη μεγαλύτερη επίθεση ενάντια στα εργατικά δικαιώματα σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, διάφορα κράτη-μέλη βάζουν φραγμούς στη μετακίνηση και εργασία ακόμη και υπηκόων των κρατών-μελών της ΕΕ.

Μέσα σε ένα τέτοιο νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα αλλά και την ΕΕ, που εξυπηρετεί τα συγκεκριμένα συμφέροντα και σκοπιμότητες που αναφέραμε, το οποίο συνοδεύεται από τη συνειδητή καλλιέργεια ενός κλίματος ρατσισμού και ξενοφοβίας, με στόχο κυρίως – αλλά όχι μόνο – τους μετανάστες «χωρίς χαρτιά», έρχονται λίγο-πολύ ως φυσικό αποτέλεσμα τα φαινόμενα κακοποίησης, ξυλοδαρμού μέχρι και βασανισμού μεταναστών, δικαστικές αποφάσεις – όπως αυτή για τη Μανωλάδα – που αθωώνουν ή ρίχνουν στα «μαλακά» τους εργοδότες ή τα όργανα καταστολής του κράτους (αστυνομικούς, λιμενικούς κλπ.) για τα εγκλήματά τους, ειδικά όταν τα θύματά τους είναι μετανάστες. Μανωλάδες δεν υπάρχουν μόνο στην Ηλεία, υπάρχουν στη Λακωνία και αλλού, αλλά και στην Ανδαλουσία της Ισπανίας, στο Ροζάρνο της Νότιας Ιταλίας, στη Λατινική Αμερική, στο Μπαγκλαντές κ.λπ.

Παρόμοια μεταχείριση με τους οικονομικούς μετανάστες έχουν και οι πρόσφυγες, θύματα αντιδραστικών καθεστώτων και πολέμων που εξαπολύουν οι ιμπεριαλιστές για να επιβάλουν τα συμφέροντά τους, όπως στη Λιβύη, τη Συρία, το Ιράκ και αλλού. Η Ευρώπη τους υποδέχεται με πνιγμούς (αδυναμία διάσωσης τους ονομάζουν), Frontex («Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαχείρισης Εξωτερικών Συνόρων της ΕΕ») συλλήψεις, απελάσεις. Αυτό συμβαίνει μάλιστα τη στιγμή που, τα ίδια τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ και της Ελλάδας αποδεικνύουν ότι η πλειοψηφία πλέον όσων επιχειρούν να φτάσουν στην ΕΕ προέρχονται από περιοχές στις οποίες έχει ανάψει πολέμους ο ιμπεριαλισμός, δηλαδή είναι εν δυνάμει πρόσφυγες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε πρόσφατα το ελληνικό υπουργείο Ναυτιλίας, από τους 17.639 μετανάστες που συνελήφθησαν στα ελληνικά θαλάσσια σύνορα, το 51% προέρχονται από τη φλεγόμενη Συρία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαρβαρότητας της ΕΕ, που ορισμένοι ισχυρίζονται ότι μπορεί να διορθωθεί και να γίνει πιο ανθρώπινη και στα ζητήματα της μεταναστευτικής πολιτικής και του ασύλου, είναι η απόφαση για τη δημιουργία του λεγόμενου Frontex+, που θα επιχειρεί από το Νοέμβρη στα νότια θαλάσσια σύνορα της Ιταλίας. Αυτός λοιπόν ο «ενισχυμένος» Frontex θα αναλάβει μόνο την επιτήρηση και την αποτροπή εισόδου μεταναστών, δηλαδή την καταστολή, στα εθνικά ύδατα της Ιταλίας και όχι τη διάσωση μεταναστών, για την οποία υπεύθυνες θα είναι οι ιταλικές αρχές που θα δραστηριοποιούνται στα διεθνή ύδατα. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή και επικίνδυνη απόφαση που, για πρώτη φορά διαχωρίζει την καταστολή από τη διάσωση, έστω και στα λόγια και θα οδηγήσει σε νέες, μεγαλύτερες εκατόμβες μεταναστών στα θαλάσσια σύνορα.

Τα ποσοστά εγκρίσεων ασύλου ή προσωρινής επικουρικής προστασίας στην Ελλάδα παραμένουν πολύ χαμηλά, 80% των αιτήσεων απορρίπτονται από τη νέα Υπηρεσία Ασύλου που έχει δημιουργηθεί τελευταία, εντελώς δυσανάλογα με τον αυξανόμενο αριθμό των αιτούντων. Η Υπηρεσία Ασύλου και οι Επιτροπές Προσφυγών, αποδυναμώνονται. Επικρατούν οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες και όχι αντικειμενική και αμερόληπτη εξέταση των αιτήσεων.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να πούμε ότι οι πολιτικές της ΕΕ που αφορούν το άσυλο και τους πρόσφυγες είναι απόλυτα εναρμονισμένες και υποχρεωτικές για όλα τα κράτη-μέλη, με αφετηρία τις Συνθήκες του Μάαστριχτ και του Αμστερνταμ. Σε ποια κατεύθυνση γίνεται αυτή η εναρμόνιση; Στην κατεύθυνση της σταδιακής και συνεχούς φαλκίδευσης και ανατροπή όλων των θετικών σημείων που περιέχει η Συνθήκη της Γενεύης, του ΟΗΕ, που ψηφίστηκε το 1954, κάτω από τελείως διαφορετικούς, πολύ πιο θετικούς διεθνείς συσχετισμούς και επικαιροποιήθηκε με μια σειρά νεότερες κατευθύνσεις.

Σε αυτήν την κατάσταση που προσπαθήσαμε να φωτίσουμε, που μας γεμίζει οργή και αγανάκτηση, πρέπει και μπορούμε να αντιδράσουμε. Το ζήτημα που μπαίνει μπροστά μας και πρέπει να λύσουμε δεν είναι νομικό, όσο κι αν χρειάζεται να γνωρίζει το εργατικό κίνημα τις γενικές νομικές παραμέτρους και να δίνει τη μάχη και μέσα στα δικαστήρια, για να αξιοποιούμε όποια περιθώρια υπάρχουν για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών, όπως φυσικά και των Ελλήνων εργαζομένων. Όμως, καθένας εργαζόμενος μόνος του και μάλιστα μετανάστης δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Αυτό που χρειάζεται είναι ο κοινός αγώνας ξένων και ντόπιων εργατών, η δημιουργία ενός δυνατού, μαζικού, οργανωμένου κινήματος, που θα συγκρούεται με την αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική των κυβερνήσεων και της ΕΕ και θα διεκδικεί όλο τον πλούτο που οι εργαζόμενοι παράγουν και τα αφεντικά τους κλέβουν, όλα τα σύγχρονα δικαιώματα που τους ανήκουν και το σύστημα της εκμετάλλευσης τους στερεί. Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες. Συνολική λύση του μεταναστευτικού προβλήματος στον καπιταλισμό και μέσα στην ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει. Οσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, απλώς διασπείρουν επικίνδυνες αυταπάτες για το εργατικό και λαϊκό κίνημα, αλλά και τους ίδιους τους μετανάστες. Αυτό δε σημαίνει ότι το κίνημα, δεν πρέπει να παλεύει, και μέσα στο υπάρχον κοινωνικο-οικονομικά σύστημα, με βάση ένα πλαίσιο αιτημάτων που περιλαμβάνει άμεσα μέτρα ανακούφισης των ιδιαίτερων προβλημάτων των μεταναστών και προσφύγων, όπως είναι:

> Η χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων στους χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες που βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη χώρα μας με προορισμό άλλες χώρες της ΕΕ, απειθαρχώντας στον Κανονισμό του Δουβλίνου και τη Συνθήκη Σένγκεν.

> Η δημιουργία ανθρώπινων, προσωρινών και ανοικτών χώρων φιλοξενίας για τους άστεγους ή τους μετανάστες που στεγάζονται σε απαράδεκτες συνθήκες, όπου θα παρέχονται δωρεάν ιατροφαρμακευτική φροντίδα και νομική αρωγή, με ειδική φροντίδα για τα ανήλικα παιδιά, ιδιαίτερα τα ασυνόδευτα και απαγόρευση απέλασής τους, με παράλληλο κλείσιμο των απάνθρωπων στρατοπέδων συγκέντρωσης συγκέντρωσης.

> Η γρήγορη και δίκαιη πρόσβαση και απονομή ασύλου και επικουρικής διεθνούς προστασίας, για τα θύματα του ιμπεριαλισμού και τους κυνηγημένους από αντιδραστικά καθεστώτα και απαγόρευση απέλασής τους.

> Η νομιμοποίηση των μεταναστών που ζουν κι εργάζονται στην Ελλάδα, ιδιαίτερα αυτών που έχουν αναπτύξει ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς (πολλά χρόνια παραμονής, οικογένειες κλπ.). Απλοποίηση των διαδικασιών ανανέωσης, αποσύνδεση από συγκέντρωση συγκεκριμένου αριθμού ενσήμων, κατάργηση των παραβόλων και των προστίμων.

> Η ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια και δωρεάν υγεία, πρόνοια, παιδεία, ανεξάρτητα από νομιμοποιητικά έγγραφα.

> Τα ίσα δικαιώματα με τα ελληνόπουλα στα παιδιά των μεταναστών, εγγραφή τους στα ειδικά δημοτολόγια, αυτοδίκαιη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με την ενηλικίωσή τους, εφόσον το επιθυμούν.

> Τα ίσα εργατικά, ασφαλιστικά, κοινωνικά δικαιώματα σε όλους τους μετανάστες και η δυνατότητα μεταφοράς των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από και προς τις χώρες προέλευσης με την υπογραφή διακρατικών συμφωνιών.

Ειδικά για τους μετανάστες εργάτες γης

Σύμφωνα με την ΚΥΑ που εκδόθηκε αρχές του 2014 και προβλέπει τον αριθμό των αναγκών σε εποχικούς εργάτες γης και κτηνοτροφίας, για το νομό Ηλείας ζητήθηκαν 3.061 άτομα, που αποτελεί και το μεγαλύτερο αριθμό συγκριτικά με όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, ακόμη και με περιοχές που παραδοσιακά ζητούσαν εποχικούς εργάτες γης όπως η Πέλλα και η Ημαθία. Αυτό θέτει ιδιαίτερα καθήκοντα στο εργατικό κίνημα και το ΕΚ Αμαλιάδας που, φυσικά δεν αντιμετωπίζονται με μια ημερίδα, πρέπει να αποτελούν πεδίο συνεχούς αγώνα. Μπορούμε όμως και μέσα από την ημερίδα να φωτίσουμε και να επεξεργαστούμε καλύτερα το πλαίσιο των αιτημάτων και του τρόπου παρέμβασης σε αυτή την ειδική κατηγορία της σκληρά εκμεταλλευόμενης εργατικής τάξης.

Είναι αναγκαίο να παρθούν άμεσα μέτρα που θα εξασφαλίζουν τη νόμιμη παραμονή και απασχόληση, την ικανοποιητική αμοιβή, την υγιεινή και ασφαλή διαβίωση και εργασία, την πλήρη ασφαλιστική και ιατροφαρμακευτική κάλυψη, καθώς και την προστασία τους από κάθε είδους αυθαιρεσίες των εργοδοτών σε βάρος τους. Τέτοια μέτρα περιλαμβάνονται στο πλαίσιο αιτημάτων που απαίτησε το ΠΑΜΕ να ληφθούν από το υπουργείο Εργασίας, μετά τη δολοφονική επίθεση κατά των εργατών γης της Μανωλάδας, ζητώντας και συνάντηση με τον υπουργό εργασίας, αίτημα που δεν έγινε δεκτό. Συγκεκριμένα :

  • Την άμεση νομιμοποίηση της παραμονής και εργασίας τους.

  • Την ένταξή τους στο ΙΚΑ και όχι στον ΟΓΑ, δεδομένου ότι παρέχουν εξαρτημένη εργασία.

  • Την πλήρη εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας στους εργάτες γης και έλεγχό της από τις τοπικές Επιθεωρήσεις Εργασίας.

  • Αξιοπρεπή αμοιβή με τουλάχιστο το μεροκάματο του ανειδίκευτου εργάτη.

  • Την άμεση καταβολή όλων των δεδουλευμένων μέχρι σήμερα και την καθημερινή καταβολή του μεροκάματου στο εξής, ανάλογα με τις ώρες δουλειάς, που δεν πρέπει να ξεπερνάνε τις οκτώ.

  • Την υποχρεωτική παροχή ενός τουλάχιστο ρεπό την εβδομάδα.

  • Την πλήρη ασφαλιστική και ιατροφαρμακευτική κάλυψη για όλους.

  • Την υπογραφή διακρατικών συμφωνιών με όλες τις χώρες καταγωγής τους για τη μεταφορά των ασφαλιστικών δικαιωμάτων τους.

  • Τον έλεγχο των χώρων δουλειάς από γιατρό εργασίας, τουλάχιστο μια φορά το μήνα.

  • Την εξασφάλιση από την εργοδοσία και τους κρατικούς φορείς επαρκών και υγιεινών χώρων διαμονής και τον τακτικό έλεγχό τους από υγειονομική επιτροπή.

  • Μέριμνα για τα παιδιά των εργατών γης, εξασφάλιση δωρεάν πρόσβασης σε βρεφικούς σταθμούς, σχολεία, νοσοκομεία και κέντρα προληπτικής υγιεινής για εμβολιασμούς κλπ.

Πρόκειται για αιτήματα που αφ’ ενός πρέπει να εμπλουτισθούν με αιτήματα που συνδέουν τον αγώνα των αγροτών με τον αγώνα των εργατών γης. Για παράδειγμα : «εξευτελιστικές τιμές για τον αγρότη – εξευτελιστικά μεροκάματα για τον εργάτη γης», 5 λεπτά του ευρώ για τον αγρότη – 1 λεπτό για τον εργάτη γης. Αφ’ ετέρου πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο διεκδίκησης συνολικά από το εργατικό και λαϊκό κίνημα, να εμπλουτισθούν και μέσα και από την εμπειρία της δουλειάς που αναπτύσσεται στους ίδιους τους μετανάστες εργάτες γης και κτηνοτροφίας.

ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Comments are closed.