Ορισμένες σκέψεις για το άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή», που παραδέχεται το τέλμα των κυβερνητικών σχεδιασμών για την αξιολόγηση σχολείων και εκπαιδευτικών
Όχι τυχαία, το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε λίγες μόλις ημέρες μετά την έντονη κριτική που άσκησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς το ΥΠΑΙΘΑ και την κυβέρνηση, για τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση της αντιεκπαιδευτικής αξιολόγησης.
Πρόκειται για ένα μέτρο που αποτελεί διαχρονική δέσμευση των ελληνικών κυβερνήσεων, της σημερινής και των προηγούμενων, απέναντι στην Ε.Ε., στο πλαίσιο των κατευθύνσεών της για ένα σχολείο κατηγοριοποιημένο και πιο στενά δεμένο με τις ανάγκες της αγοράς.
Αποτελεί, πρώτα και κύρια, δικαίωση του μεγάλου αγώνα χιλιάδων εκπαιδευτικών, που εδώ και χρόνια αντιστέκονται με αποφασιστικότητα στα σχέδια της κυβέρνησης, της Ε.Ε., του ΟΟΣΑ και όλων των συστημικών κομμάτων που προωθούν την κατηγοριοποίηση των σχολείων, τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση των εκπαιδευτικών, ώστε να αναπαράγουν με το ζόρι την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, την κυρίαρχη ιδεολογία.
Γιατί η αξιολόγηση δεν είναι ένα ουδέτερο παιδαγωγικό εργαλείο. Είναι μηχανισμός εκφοβισμού και ελέγχου, ώστε οι εκπαιδευτικοί να εξαναγκάζονται να εφαρμόζουν χωρίς αντιρρήσεις την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική και να αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία μέσα στο σχολείο.
Με άλλα λόγια, επιδιώκουν έναν εκπαιδευτικό που δεν θα τολμά να διδάσκει την ιστορική και επιστημονική αλήθεια, ιδιαίτερα σε μια εποχή που οι πολεμικές αναμετρήσεις φουντώνουν και οι λαοί μπλέκονται σε επικίνδυνα σχέδια για τα κέρδη και τα συμφέροντα των λίγων.
Η εξέλιξη αυτή εκθέτει και τις δυνάμεις μέσα στον κλάδο που, από την πρώτη στιγμή, έσπερναν τον φόβο και την υποταγή. Εκείνες που κινδυνολογούσαν, που έλεγαν ότι «στέλνουμε τους/τις εκπαιδευτικούς στον γκρεμό», που στην πράξη υπονόμευαν τις συλλογικές αποφάσεις του κλάδου.
Εκθέτει όσους, ενώ στα λόγια έχουν ψηφίσει τις αποφάσεις των Ομοσπονδιών, της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ, στην πράξη τις καταπατούν. Όσους έχουν γεμίσει τα Δ.Σ. των ΕΛΜΕ με αξιολογητές συναδέλφων —ακόμα και με προέδρους ΕΛΜΕ που έχουν αναλάβει τέτοιο ρόλο—, δίνοντας πολύτιμες υπηρεσίες στον κυβερνητικό σχεδιασμό.
Τα παραδείγματα είναι πολλά και θα αναδειχθούν και στα επερχόμενα συνέδρια. Το κρίσιμο, όμως, είναι ένα: η αποφασιστική στάση των ίδιων των εκπαιδευτικών αποτελεί το πιο ισχυρό εχέγγυο για τη συνέχιση και την κλιμάκωση του αγώνα.
Η παραδοχή της «Κ» εκθέτει και όλους εκείνους που έσπερναν τη μοιρολατρία και την ηττοπάθεια μέσα στον κλάδο, την ώρα που η μάχη ήταν και παραμένει σε πλήρη εξέλιξη. Εκθέτει όσους γύριζαν τα σχολεία και, μέσα στα σωματεία, υποστήριζαν ότι η αξιολόγηση έχει ήδη προχωρήσει, ότι έχει ουσιαστικά υλοποιηθεί, προεξοφλώντας βιαστικά την ήττα.
Και όλα αυτά, όχι για να δυναμώσει η συλλογική προσπάθεια απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, αλλά για να στηθεί μια άγονη και επικίνδυνη μικροπαραταξιακή αντιπαράθεση, κυρίως απέναντι στις δυνάμεις της Αγωνιστικής Συσπείρωσης και τα στελέχη της. Απέναντι δηλαδή σε εκείνες τις δυνάμεις που σήκωσαν καθοριστικά το βάρος της υλοποίησης των αγωνιστικών αποφάσεων των δύο Ομοσπονδιών, της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ.
Δεν είναι τυχαίο ότι, ακριβώς γι’ αυτή τη στάση, εκατοντάδες στελέχη της ΑΣΕ, εκλεγμένοι συνδικαλιστές, μαζί με χιλιάδες συναδέλφους, βρίσκονται αντιμέτωποι με παραπομπές στο Πειθαρχικό. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ποιοι μπήκαν μπροστά στη σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική και ποιοι περιορίστηκαν να προεξοφλούν ήττες από την ασφάλεια της κερκίδας.
Πρόκειται για δυνάμεις που έλεγαν και εξακολουθούν να λένε πως η κυβέρνηση έχει πετύχει τον στόχο της (!), πως τα ενιαία κείμενα δήθεν διευκολύνουν το ΥΠΑΙΘΑ και την κυβέρνηση (!), πως τάχα ισοδυναμούν με κάλεσμα συμμετοχής των εκπαιδευτικών στην αξιολόγηση (!). Είναι οι ίδιες δυνάμεις που εδώ και μήνες προεξοφλούν ότι ΟΛΜΕ και ΔΟΕ θα τα «διπλώσουν», καλλιεργώντας απογοήτευση και παραίτηση μέσα στον κλάδο.
Και όλα αυτά, την ώρα που:
- Είναι σε εξέλιξη κρίσιμες αρχαιρεσίες για την ανάδειξη νέων Δ.Σ. σε ΟΛΜΕ και ΔΟΕ, οι οποίες θα επηρεάσουν καθοριστικά, αν και όχι αποκλειστικά, την εξέλιξη του αγώνα.
- Η αποφασιστική ενίσχυση της ΑΣΕ πριν από δύο χρόνια στη ΔΟΕ, με την ανάδειξή της σε 1η δύναμη, και στην ΟΛΜΕ, με την ανάδειξή της σε 2η δύναμη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε να παραμείνει ανοιχτή η σύγκρουση με την αξιολόγηση και στο επίπεδο των δύο Ομοσπονδιών.
Με άλλα λόγια, την ώρα που η μάχη συνεχίζεται, την ώρα που οι συσχετισμοί δοκιμάζονται και κρίνονται, ορισμένοι επιμένουν να εμφανίζουν ως τελειωμένη υπόθεση αυτό που οι ίδιοι οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί αποδεικνύουν ότι παραμένει ανοιχτό μέτωπο.
Αλήθεια, τι λένε τώρα όλοι αυτοί, όταν η ίδια η φιλοκυβερνητική εφημερίδα παραδέχεται τα ζόρια της κυβέρνησης; Τι από τα δύο ισχύει τελικά; Η ΑΣΕ οδηγεί τους εκπαιδευτικούς στον γκρεμό ή ο αγώνας στριμώχνει την κυβέρνηση; Η κυβέρνηση πέτυχε τον στόχο της ή «τρώει πόρτα» από τους εκπαιδευτικούς και το συνδικαλιστικό τους κίνημα; Γιατί και τα δύο μαζί δεν μπορούν να ισχύουν.
Θα σταματήσουν, λοιπόν, επιτέλους ορισμένες δυνάμεις, σε ρόλο θλιβερού κομπάρσου, να προεξοφλούν ήττες και υποχωρήσεις; Θα σταματήσουν να σπέρνουν την ηττοπάθεια, που τελικά λειτουργεί ως σανίδα σωτηρίας για την κυβέρνηση, την ώρα που τίποτα δεν έχει κριθεί και η μάχη παραμένει ανοιχτή;
Θα σταματήσουν να επιτίθενται σε αγωνιστικά σωματεία, όπως η ΕΛΜΕ Πειραιά, με ψεύδη και ανακρίβειες; Θα σταματήσουν την εργολαβία λάσπης που έχουν αναλάβει ορισμένες δυνάμεις, παρά τη συνεχή διάψευσή τους από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς των σωματείων αυτών;
Ρητορικά τα ερωτήματα…
Συνεχίζουμε, με ψηλά το κεφάλι!
Αντρέας Καργόπουλος
Γενικός Γραμματέας Δ.Σ. ΟΛΜΕ
και νεοδιόριστος – διωκόμενος εκπαιδευτικός
